Οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ εἶπαν, φησὶ, τῷ Συχὲμ καὶ Ἐμὼρ τῷ πατρὶ αὐτοῦ μετὰ δόλου, καὶ ἐλάλησαν αὐτοῖς, ὅτι ἐμόλυναν τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν. Σκόπει μοι διὰ τὴν τοῦ ἑνὸς λαγνείαν πῶς ἅπαντες οἱ τὴν πόλιν οἰκοῦντες συναπολαύουσι τῶν κακῶν. Καθάπερ γὰρ πυρᾶς ἀναφθείσης καὶ οἱ πλησίον οἰκοῦντες τοῦ κινδύνου μετέχουσι, τοῦ πυρὸς ἅπαντα ἐπινεμομένου· τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ νῦν ἡ τοῦ νέου ἀκολασία οὐ μόνον τὸν πατέρα, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς τῆς πόλεως ἄρδην ἠφάνισε. Τί οὖν οἱ παῖδες τοῦ Ἰακώβ; Μετὰ δόλου πρὸς αὐτοὺς ἀποκρίνονται. Ἄξιον ἀκοῦσαι, ἵνα μάθητε ὅπως ὑπερήλγησαν τῆς ἀδελφῆς. Εἶπαν γὰρ, φησὶ, Συμεὼν καὶ Λευὶ ἀδελφοὶ Δείνας, υἱοὶ δὲ Λείας· Οὐ δυνησόμεθα ποιῆσαι τὸ ῥῆμα τοῦτο, δοῦναι τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν ἀνθρώπῳ, ὃς ἔχει ἀκροβυστίαν. Ἐὰν οὖν περιτέμνησθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, δώσομεν τὰς θυγατέρας ἡμῶν ὑμῖν, καὶ ἀπὸ τῶν θυγατέρων ὑμῶν ληψόμεθα, καὶ ἐσόμεθα ὡς γένος ἕν. Τὰ μὲν τῆς προτάσεως εὔλογα καὶ ἀκόλουθα· ἀλλὰ μετὰ δόλου, φησὶ, διελέχθησαν. Καὶ ἐὰν μὴ βούλησθε, φησὶ, τοῦτο ποιῆσαι, λαβόντες τὴν θυγατέρα ἡμῶν ἀπελευσόμεθα.
Μετάφραση
Οι γιοι του Ιακώβ, αναφέρει, μίλησαν στον Συχέμ και στον πατέρα του, τον Εμμώρ, με δόλο, και τους μίλησαν έτσι επειδή μόλυναν την αδελφή τους. Πρόσεξε πώς, εξαιτίας της λαγνείας του ενός, όλοι όσοι κατοικούν στην πόλη υφίστανται μαζί τα δεινά. Διότι, όπως ακριβώς όταν ανάψει μια φωτιά, και αυτοί που κατοικούν κοντά συμμερίζονται τον κίνδυνο, καθώς το πυρ κατακαίει τα πάντα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και τώρα, η ακολασία του νέου αφάνισε ολοσχερώς όχι μόνο τον πατέρα του, αλλά και όλους τους κατοίκους της πόλης. Τι κάνουν, λοιπόν, τα παιδιά του Ιακώβ; Αποκρίνονται προς αυτούς με δόλο. Αξίζει να το ακούσετε, για να μάθετε πόσο πολύ πόνεσαν για την αδελφή τους. Διότι είπαν, αναφέρει το κείμενο, ο Συμεών και ο Λευί, οι αδελφοί της Δείνας και γιοι της Λείας: «Δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτό το πράγμα, να δώσουμε δηλαδή την αδελφή μας σε άνθρωπο που έχει ακροβυστία. Εάν, λοιπόν, περιτμηθείτε στη σάρκα της ακροβυστίας σας, θα σας δώσουμε τις θυγατέρες μας, και θα πάρουμε από τις δικές σας θυγατέρες, και θα γίνουμε σαν ένα γένος». Τα λόγια της πρότασής τους φαίνονται εύλογα και λογικά· αλλά, αναφέρει, τους μίλησαν με δόλο. «Και εάν δεν θέλετε», λέει, «να το κάνετε αυτό, θα πάρουμε τη θυγατέρα μας και θα αναχωρήσουμε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες