Πάνυ μὲν οὖν, ὦ Παλλάδιε· γέγραπται γὰρ οὕτως ἐν τῷ τῆς Γενέσεως βιβλίῳ· «Καὶ ἦλθεν Ἰακὼβ εἰς Σαλὴμ πόλιν Σηκίμων, ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναὰν, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ τῆς Μεσοποταμίας Συρίας, καὶ παρενέβαλε κατὰ πρόσωπον τῆς πόλεως, καὶ ἐκτήσατο τὴν μερίδα τοῦ ἀγροῦ, οὗ ἔστησεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, παρὰ Ἐμμὼρ πατρὸς Συχὲμ, ἑκατὸν ἀμνῶν, καὶ ἔστησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον, καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Θεὸν Ἰσραήλ. Ἐξῆλθε δὲ Δείνα, ἡ θυγάτηρ Λείας, ἢν ἔτεκε τῷ Ἰακὼβ, καταμαθεῖν τὰς θυγατέρας τῶν ἐγχωρίων, καὶ εἶδεν αὐτὴν Συχὲμ ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ ὁ Εὐαῖος, ὁ ἄρχων τῆς γῆς. Καὶ λαβὼν αὐτὴν, ἐκοιμήθη μετ᾽ αὐτῆς. Καὶ ἐταπείνωσεν αὐτήν. Καὶ προσέσχε τῇ ψυχῇ Δείνας τῆς θυγατρὸς Ἰακώβ. Καὶ ἠγάπησε τὴν παρθένον, καὶ ἐλάλησε κατὰ τὴν διάνοιαν τῆς παρθένου αὐτῇ.» Ἄθρει δὴ οὖν ὅτι σκηνῇ μὲν ἔτι τῇ τοῦ πατρὸς ἐμφιλοχωροῦσά τε καὶ ἐνηυλισμένη, ἐν ᾗ καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Θεὸν Ἰσραὴλ, καὶ σεπτὸν ἐγήγερτο θυσιαστήριον, ἀβέβηλός τε ἦν ἔτι καὶ ἐν τοῖς τῆς παρθενίας αὐχήμασιν.
Μετάφραση
Βεβαίως, ω Παλλάδιε. Διότι έτσι έχει γραφτεί στο βιβλίο της Γενέσεως: «Και ήλθε ο Ιακώβ στη Σαλήμ, πόλη των Σικίμων, η οποία βρίσκεται στη γη Χαναάν, όταν επέστρεψε από τη Μεσοποταμία της Συρίας, και στρατοπέδευσε απέναντι από την πόλη, και αγόρασε το τμήμα του αγρού, όπου έστησε εκεί τη σκηνή του, από τον Εμμώρ, τον πατέρα του Συχέμ, αντί εκατό αμνών, και έστησε εκεί θυσιαστήριο, και επικαλέστηκε τον Θεό του Ισραήλ. Εξήλθε δε η Δείνα, η θυγατέρα της Λείας, την οποία είχε γεννήσει στον Ιακώβ, για να γνωρίσει τις θυγατέρες των εγχωρίων, και την είδε ο Συχέμ, ο υιός του Εμμώρ του Ευαίου, ο άρχοντας της γης. Και αφού την πήρε, κοιμήθηκε μαζί της. Και την ταπείνωσε. Και προσκολλήθηκε στην ψυχή της Δείνας, της θυγατέρας του Ιακώβ. Και αγάπησε την παρθένο, και της μίλησε σύμφωνα με τα συναισθήματα της παρθένου.» Παρατήρησε, λοιπόν, ότι όσο βρισκόταν και διέμενε ακόμη στη σκηνή του πατέρα της, στην οποία είχε επικαλεστεί τον Θεό του Ισραήλ και είχε ανεγερθεί σεπτό θυσιαστήριο, ήταν ακόμη αμόλυντη και μέσα στα καυχήματα της παρθενίας της.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες