εἶτα περιδεὴς ἐντεῦθεν ὁ μακάριος ἦν Ἰακώβ· καὶ αὐτίκα δὴ μάλα συνδιολεῖσθαι τοῖς τέκνοις, καὶ τοῖς κατ᾽ οἶκον ἅπασι προσδοκῶν, ἐπετίμα τοῖς ἐκεῖνα δεδρακόσιν, οὕτω τε ἔφη “Μισητόν με πεποιήκατε, ”ὥστε πονηρόν με εἶναι τοῖς κατοικοῦσι τὴν γῆν, ἔν τε τοῖς “Χαναναίοις καὶ τοῖς Φερεζαίοις· ἐγὼ δὲ ὀλιγοστός εἰμι ”ἐν ἀριθμῷ, καὶ συναχθέντες ἐπ᾽ ἐμὲ συγκόψουσί με, καὶ “ἐκτριβήσομαι ἐγὼ καὶ ὁ οἶκός μου.” καὶ κατέληγον μὲν οὐδαμῶς τοῦ θράσους οἱ νεανίαι, προσυπήντων γὰρ λέγοντες “Ἀλλ᾽ ὡσεὶ πόρνῃ χρήσονται τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν;” ἐπειδὴ δὲ, ὡς ἔφην, περιδεὴς ἦν ἄγαν ὁ δίκαιος, προσέπιπτε πάλιν τῷ διασώζοντι Θεῷ. εἶτα τῶν δειμάτων αὐτὸν ἀπαλλάττειν ὑπισχνεῖτο, καὶ οὐκ εἰς μακρὰν, οὕτω λέγων ὁ φιλοδίκαιος Θεός “Ἀναστὰς ἀνάβηθι εἰς τὸν τόπον Βαιθὴλ, καὶ οἴκει ”ἐκεῖ, καὶ ποίησον ἐκεῖ θυσιαστήριον τῷ Θεῷ τῷ ὀφθέντι “σοι ἐν τῷ σε ἀποδιδράσκειν ἀπὸ προσώπου Ἡσαῦ τοῦ ”ἀδελφοῦ σου.”
Μετάφραση
Έπειτα, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ο μακάριος Ιακώβ ήταν περίτρομος· και προσδοκώντας ότι αμέσως θα καταστραφεί ολοσχερώς μαζί με τα παιδιά του και με όλους όσους ανήκαν στον οίκο του, επιτίμησε εκείνους που τα είχαν πράξει αυτά και είπε τα εξής: «Με κάνατε μισητό, ώστε να θεωρούμαι κακός στους κατοίκους της γης, στους Χαναναίους και στους Φερεζαίους. Εγώ είμαι ολιγάριθμος, και εάν συγκεντρωθούν εναντίον μου, θα με κατακόψουν, και θα εξολοθρευθώ εγώ και ο οίκος μου». Και οι νεαροί δεν εγκατέλειπαν με κανέναν τρόπο το θράσος τους, διότι απαντούσαν λέγοντας: «Μα σαν πόρνη θα μεταχειρίζονται την αδελφή μας;» Επειδή όμως, όπως είπα, ο δίκαιος ήταν πάρα πολύ φοβισμένος, προσέπεσε πάλι στον σωτήρα Θεό. Έπειτα, ο φιλοδίκαιος Θεός του υποσχέθηκε να τον απαλλάξει από τους φόβους του, και μάλιστα σύντομα, λέγοντας τα εξής: «Σήκω και ανέβα στον τόπο Βαιθήλ και κατοίκησε εκεί, και κατασκεύασε εκεί θυσιαστήριο στον Θεό που σου εμφανίστηκε όταν διέφευγες από το πρόσωπο του Ησαύ, του αδελφού σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες