Δίνα μὲν γὰρ ἡ τοῦ Ἰακὼβ, ἤτοι τοῦ Ἰσραὴλ θυγάτηρ· μετωνόμασται γὰρ Ἰακὼβ εἰς τὸν Ἰσραήλ· ἐξῆλθέ ποτε τῆς τοῦ πατρὸς σκηνῆς· ἐπεθύμησε γὰρ ἰδεῖν τὰς τῶν ἐγχωρίων θυγατέρας· ἦν δὲ ἐν Σικίμοις. εἶτα τὴν παρθένον εὑρὼν Ἐμμὼρ ὁ Συχὲμ υἱὸς ἀδοκήτως κατεβιάζετο· διεπαρθένευσε γάρ. δεδυσφορηκότες τοίνυν πρὸς τοῦτο λίαν οἱ τῆς νεάνιδος ἀδελφοὶ Λευΐ τε καὶ Συμεὼν, δόλον ἀρτύουσι· περιτέμνεσθαι γὰρ ἀνέπειθον τοὺς ἀπὸ Σικίμων. οὗ δὴ γεγονότος, ἀλγοῦντας ἔτι καὶ ταῖς ὀδύναις νενικημένους ἄρδην ἀπεκτόνασιν, ἐκεῖνο λέγοντες ἐγκαλοῦντι τῷ πατρὶ τὸ ἀχάλινον εἰς ὀργάς, “Ἀλλ᾽ ”ὡσεὶ πόρνῃ χρήσονται τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν;” τῆς τοιαύτης ἱστορίας ἡμᾶς εἰς ἀνάμνησιν ἀποφέρει νυνὶ, μετά τινος ἤθους λέγων, ἐφόνευσαν Σίκιμα, ὅτι ἀνομίαν ἐποίησαν ἐν τῷ οἴκῳ Ἰσραήλ. τοῦτό φησιν, ἐγκαλοῦντες τότε, ὅτι πεπλημμελήκασιν εἰς τὸν οἶκον Ἰακὼβ, ἤτοι τοῦ Ἰσραὴλ, διαπαρθενεύσαντες τὴν νεάνιδα. ταύτῃτοι καὶ ἡμεῖς ἀπεκτόναμεν Σίκιμα.
Μετάφραση
Διότι η Δείνα, η κόρη του Ιακώβ, δηλαδή του Ισραήλ —επειδή ο Ιακώβ μετονομάστηκε σε Ισραήλ— βγήκε κάποτε από τη σκηνή του πατέρα της, διότι επιθύμησε να δει τις κόρες των κατοίκων της περιοχής. Βρισκόταν δε στα Σίκιμα. Έπειτα, βρίσκοντάς την ο Συχέμ, ο γιος του Εμμώρ, της επιτέθηκε ξαφνικά και τη βίασε, στερώντας της την παρθενία. Δυσανασχετώντας λοιπόν υπερβολικά για αυτό το γεγονός οι αδελφοί της νεαρής, ο Λευί και ο Συμεών, καταστρώνουν δόλο: έπεισαν τους κατοίκους των Σικίμων να περιτμηθούν. Και όταν συνέβη αυτό, ενώ εκείνοι πονούσαν ακόμη και ήταν καταβεβλημένοι από τους πόνους, τους κατέσφαξαν ολοκληρωτικά, λέγοντας το εξής στον πατέρα τους που τους κατηγορούσε για την αχαλίνωτη οργή τους: «Μα σαν πόρνη θα μεταχειρίζονται την αδελφή μας;». Αυτήν ακριβώς την ιστορία μας υπενθυμίζει τώρα, λέγοντας με ένα ορισμένο ήθος: φόνευσαν τα Σίκιμα, επειδή διέπραξαν ανομία μέσα στον οίκο του Ισραήλ. Αυτό το λέει, κατηγορώντας τους τότε, ότι διέπραξαν αμάρτημα απέναντι στον οίκο του Ιακώβ, δηλαδή του Ισραήλ, αφαιρώντας την παρθενία της νεαρής. Για αυτόν τον λόγο, δηλώνει, και εμείς σκοτώσαμε τα Σίκιμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες