Καὶ παρεσιώπησε, φησὶν, Ἰακὼβ ἕως τοῦ ἐλθεῖν αὐτούς. Παραγενομένου δὲ τοῦ Ἐμὼρ πρὸς τὸν Ἰακὼβ, ἦλθον καὶ οἱ ἀδελφοὶ τῆς Δείνας· καὶ ἀκούσαντες τὰ γεγενημένα εἰς τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν, κατενύγησαν. Τί ἐστι, Κατενύγησαν; Ἐλυπήθησαν, οὐκ ἀνεκτὸν αὐτοῖς ὤφθη, ἀλλὰ καὶ πάνυ χαλεπὸν, καὶ λύπης αὐτοῖς ὑπόθεσις γέγονε. Λυπηρὸν γὰρ, φησὶν, ἦν αὐτοῖς σφόδρα, ὅτι ἄσχημον ἐποίησεν ἐν Ἰσραὴλ Συχὲμ, κοιμηθεὶς μετὰ τῆς θυγατρὸς Ἰακώβ. Ὁρᾷς τῶν παίδων τὴν σωφροσύνην;
Μετάφραση
Και σιώπησε, λέει, ο Ιακώβ, έως ότου να έλθουν εκείνοι. Όταν δε έφθασε ο Εμμώρ στον Ιακώβ, ήλθαν και οι αδελφοί της Δείνας· και, όταν άκουσαν τα όσα είχαν συμβεί στην αδελφή τους, κατενύγησαν. Τι σημαίνει «κατενύγησαν»; Λυπήθηκαν, δεν τους φάνηκε ανεκτό, αλλά πάρα πολύ βαρύ, και αποτέλεσε γι' αυτούς αιτία λύπης. Διότι, λέει, ήταν γι' αυτούς εξαιρετικά λυπηρό το ότι ο Συχέμ έπραξε κάτι το αισχρό στον Ισραήλ, επειδή κοιμήθηκε με την κόρη του Ιακώβ. Βλέπεις τη σωφροσύνη των παιδιών;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες