Ὁ δὲ, ἐπείπερ οὐκ αὐτοῦ φησιν ἔμελλεν ἔσεσθαι τὸ γεννώμενον, τὸν συνόδου νόμον ἠδίκει, καταχέων εἰς γῆν, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐδίδου τὴν σποράν. Διόλλυται δὲ καὶ οὗτος εὐθὺς ἐκ θείας ὀργῆς. Οὗ γεγονότος, ἐδεδίει λοιπὸν ὁ Ἰούδας τὸν τρίτον αὐτῇ συγκατοικίζειν υἱὸν, φημὶ δὴ τὸν Σηλώμ. Καὶ τῶν εἰς τοῦτο δειμάτων ἡ πρόφασις ἦν, «Μὴ ἄρα πως καὶ αὐτὸς ἀπόλοιτο,» φησίν. Ἐποιεῖτο δὲ σκῆψιν τοῦ μὴ χρῆναι πληροῦν τὸν γάμον, τὸ τῆς τοῦ παιδὸς ἡλικίας κομιδῇ βραχύ. Εἶπε γὰρ, φησὶ, τῇ νύμφῃ αὐτοῦ· «Κάθου χήρα ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός σου, ἕως μέγας γένηται Σηλὼμ ὁ υἱός μου.» Εἶπε γάρ· «Μή ποτε ἀποθάνῃ καὶ οὗτος, ὥσπερ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ.» Ἀπελθοῦσα δὲ Θάμαρ ἐκάθητο, ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτῆς. Εἶτα καιροῦ διαγεγονότος, δεδυσφόρηκεν ἡ Θάμαρ ἐπὶ τῷ μελλησμῷ τοῦ γάμου. Συνίησι δὲ ἤδη πως, ὡς οὐκ ἂν οἴσει πρὸς πέρας αὐτῇ τὸ ἐπηγγελμένον ὁ κηδεστής. Σκήπτεται δὲ μᾶλλον ἀνατιθεὶς εἰς ὑπέρθεσιν καὶ εἰς ἐλπίδας οὐκ ἐσομένας τὸ προσδοκηθέν. Καὶ τί δὴ ἄρα πρὸς τοῦτο μηχανᾶται λοιπόν; «Ἀπηγγέλη, φησὶ, τῇ Θάμαρ τῇ νύμφῃ αὐτοῦ, λέγοντες· Ἰδοὺ ὁ πενθερός σου ἀναβαίνει εἰς Θαμνὰ κεῖραι τὰ πρόβατα αὐτοῦ.
Μετάφραση
Εκείνος όμως, επειδή, όπως λέει, το παιδί που θα γεννιόταν δεν θα ήταν δικό του, παραβίαζε τον νόμο της συζυγικής συνεύρεσης, χύνοντας το σπέρμα στη γη, και δεν το έδινε. Χάθηκε όμως και αυτός αμέσως από θεϊκή οργή. Μετά από αυτό το γεγονός, ο Ιούδας φοβόταν πλέον να τη βάλει να συζήσει με τον τρίτο γιο του, δηλαδή τον Σηλώμ. Και η αφορμή αυτών των φόβων ήταν: «Μήπως τυχόν και αυτός πεθάνει», λέει. Χρησιμοποιούσε δε ως πρόφαση για να μην πραγματοποιήσει τον γάμο το ότι η ηλικία του παιδιού ήταν πολύ μικρή. Διότι είπε, λέει, στη νύφη του: «Κάθισε ως χήρα στο σπίτι του πατέρα σου, μέχρι να μεγαλώσει ο γιος μου ο Σηλώμ». Διότι συλλογίστηκε: «Μήπως πεθάνει και αυτός, όπως οι αδελφοί του». Φεύγοντας δε η Θάμαρ, έμεινε στο σπίτι του πατέρα της. Έπειτα, αφού πέρασε καιρός, η Θάμαρ δυσανασχέτησε για την καθυστέρηση του γάμου. Κατάλαβε πλέον ότι ο πεθερός δεν πρόκειται να εκπληρώσει την υπόσχεση. Αλλά μάλλον προφασίζεται, παραπέμποντας σε αναβολή και σε ανεκπλήρωτες ελπίδες αυτό που προσδοκούσε. Και τι λοιπόν μηχανεύεται απέναντι σε αυτό; «Αναγγέλθηκε, λέει, στη Θάμαρ, τη νύφη του, από κάποιους που έλεγαν: Ιδού ο πεθερός σου ανεβαίνει στη Θαμνά για να κουρέψει τα πρόβατά του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες