Καὶ περιελομένη τὰ ἱμάτια τῆς χηρεύσεως ἀφ᾽ ἑαυτῆς, περιεβάλ[λ]ετο θέριστρον, καὶ ἐκαλλωπίσατο, καὶ ἐκάθητο πρὸς ταῖς πύλαις Αἰνὰν, ἥ ἐστιν ἐν παρόδῳ Θαμνά. Εἶδε γὰρ ὅτι μέγας γέγονεν ὁ υἱὸς αὐτοῦ Σηλὼμ, αὐτὸς δὲ οὐκ ἔδωκεν αὐτὴν αὐτῷ γυναῖκα. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Ἰούδας, ἔδοξεν αὐτὴν πόρνην εἶναι. Κατεκαλύψατο γὰρ τὸ πρόσωπον αὐτῆς, καὶ οὐκ ἐπέγνω αὐτήν.» Εἶτα συνηρπάζετο πρὸς ἐπιθυμίαν· αἰτοῦντι δὲ τῷ γυναίῳ μισθώματα, πέμψειν ἔριφον ἐπηγγέλλετο, ὅμηρά τε τῆς ἐπαγγελίας αἰτούσῃ, δίδωσι τὴν ῥάβδον, καὶ τὸν δακτύλιον, καὶ τὸν ὁρμίσκον· τουτέστι κόσμημά τι τῶν περὶ τὴν δέριν (οἰηθείη δ᾽ ἄν τις, καὶ μάλα εἰκότως, ἅτε δὴ Χαλδαῖον ὄντα τὸν Ἰούδαν, μὴ ἐν ῥᾳθυμίᾳ γενέσθαι τοῦ κατακλίνεσθαι φιλεῖν)· φιλόκοσμοι γὰρ οἱ Χαλδαῖοι, χρυσῷ δὲ καὶ χεῖρας καὶ δέριν καταλαμπρύνουσι, καὶ αὐτὴν δὲ τρίχα στεφανοῦσιν ἔσθ᾽ ὅτε.
Μετάφραση
«Και αφού έβγαλε από πάνω της τα ενδύματα της χηρείας, φόρεσε πέπλο και καλλωπίστηκε, και κάθισε στις πύλες της Αινάν, που βρίσκεται στον δρόμο προς τη Θαμνά. Διότι είδε ότι μεγάλωσε ο γιος του ο Σηλώμ, αλλά αυτός δεν της τον έδωσε για σύζυγο. Και όταν την είδε ο Ιούδας, νόμισε ότι είναι πόρνη. Διότι είχε καλύψει το πρόσωπό της και δεν την αναγνώρισε.» Έπειτα παρασύρθηκε από την επιθυμία· και όταν η γυναίκα του ζήτησε αμοιβή, υποσχέθηκε να της στείλει ένα ερίφιο, και καθώς εκείνη ζητούσε ενέχυρα για την υπόσχεση, της δίνει το ραβδί, το δαχτυλίδι και το περιδέραιο· δηλαδή κάποιο κόσμημα από αυτά που φοριούνται στον λαιμό (θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, και πολύ εύλογα, ότι ο Ιούδας, όντας Χαλδαίος, δεν παραμελούσε να αγαπά τον καλλωπισμό)· διότι οι Χαλδαίοι αγαπούν τα κοσμήματα, και με χρυσό λαμπρύνουν και τα χέρια και τον λαιμό, και μερικές φορές στεφανώνουν και τα ίδια τους τα μαλλιά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες