Τουτὶ γὰρ οἶμαι δηλοῦν τὸν ὁρμίσκον. Σκεῦος γὰρ ἅπαν τὸ τελοῦν εἰς κόσμημα, κάλλους ἂν νοοῖτο σημεῖον. Ἀποστέλλει δὲ αὐτῇ καὶ τὸν ἔριφον, τουτέστι, τῶν ἡμαρτημένων χαριεῖται τὴν ἄφεσιν. Ἔριφος γὰρ κατὰ νόμον ὑπὲρ ἁμαρτίας ἐσφάζετο, καὶ πλημμελημάτων ἄφεσιν ὑπαινίττεται. Σώζεται δὲ ἡ Θάμαρ, καίτοι ψῆφον λαβοῦσα θανάτου, καὶ ποιναῖς ταῖς ἐσχάταις ὑπενηνεγμένη λοιπόν. Καταδεδίκαστο γὰρ ἡ Θάμαρ ὡς πεπορνευμένη. Σώζεται δὲ ὅμως· ὑπέδειξε γὰρ τὴν ῥάβδον, τὸν δακτύλιόν τε καὶ τὸν ὁρμίσκον. Διωμολόγηκέ τε σαφῶς ὡς κεκυοφόρηκεν ἐξ Ἰούδα, καὶ τὸν αὐτοῦ καρπὸν ἔχοι. Ἀπαλλάξει δὲ καὶ αὐτὴν τοῦ κολάζεσθαι δεῖν τὴν τῶν Ἰουδαίων Συναγωγὴν κατὰ καιροὺς ὁ Χριστὸς, τῆς πρὸς αὐτὸν κοινωνίας τὰ σύμβολα φέρουσαν, καὶ ὅτι κεκυοφόρηκε τὰ αὐτοῦ δεικνύουσαν ἐναργῶς. Οὕτω γάρ που καὶ αὐτοί φασιν, οἱ διὰ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως εὐδοκιμεῖν ᾑρημένοι· »Διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε, ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν, καὶ ὠδινήσαμεν, καὶ ἐτέκομεν πνεῦμα σωτηρίας σου, ὃ ἐκυήσαμεν ἐπὶ τῆς γῆς.» Θάμαρ δὲ ξυνωρίδα βρεφῶν ὠδίνουσα, πρὸς αὐτῷ γέγονε τῷ τόκῳ λοιπόν. Εἶτα καθίησι μὲν ὁ πρωτότοκος τὴν χεῖρα· συνενεγκόντος δὲ αὖ πρὸς τὸ ἀνόπιν αὐτὴν, καίτοι σπαρτίον ἤδη λαβοῦσαν τὸ κόκκινον, προεκθρώσκει τὸ δεύτερον, οἷά τινος φραγμοῦ διακεκομμένου, εἶτα κάτεισιν ὁ πρῶτος, λοῖσθος.
Μετάφραση
Διότι αυτό νομίζω ότι δηλώνει το περιδέραιο. Διότι κάθε αντικείμενο που χρησιμεύει για στολισμό θα μπορούσε να θεωρηθεί σημάδι ομορφιάς. Και της στέλνει επίσης το ερίφιο, δηλαδή, της χαρίζει την άφεση των αμαρτιών. Διότι το ερίφιο, σύμφωνα με τον νόμο, σφαζόταν για την αμαρτία, και υπονοεί την άφεση των παραπτωμάτων. Σώζεται δε η Θάμαρ, αν και είχε λάβει καταδίκη θανάτου και είχε πλέον υποβληθεί στις έσχατες ποινές. Διότι η Θάμαρ είχε καταδικαστεί ως πόρνη. Σώζεται όμως· διότι υπέδειξε τη ράβδο, το δαχτυλίδι και το περιδέραιο. Και ομολόγησε ξεκάθαρα ότι κυοφόρησε από τον Ιούδα και ότι έχει τον δικό του καρπό. Θα απαλλάξει δε από την τιμωρία και την ίδια τη Συναγωγή των Ιουδαίων στους κατάλληλους καιρούς ο Χριστός, εφόσον αυτή φέρει τα σύμβολα της κοινωνίας μαζί Του και δείχνει ολοφάνερα ότι κυοφόρησε τα δικά Του. Διότι έτσι κάπως λένε και οι ίδιοι, αυτοί που έχουν επιλέξει να ευδοκιμούν μέσω της πίστης στον Χριστό: «Από τον φόβο Σου, Κύριε, συλλάβαμε στη γαστέρα και κοιλοπονήσαμε, και γεννήσαμε πνεύμα σωτηρίας Σου, το οποίο κυοφορήσαμε πάνω στη γη.» Η Θάμαρ, λοιπόν, κοιλοπονώντας για ένα ζευγάρι βρεφών, έφτασε πια ακριβώς στη γέννα. Έπειτα, ο πρωτότοκος βγάζει μεν το χέρι του· αλλά καθώς το τράβηξε πάλι προς τα πίσω, αν και είχε ήδη δεθεί σε αυτό η κόκκινη κλωστή, πετάγεται πρώτα το δεύτερο, σαν να είχε διαρραγεί κάποιος φραγμός, και έπειτα γεννιέται ο πρώτος, τελευταίος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες