Ὅτι δὲ καὶ ἑπτὰ εἰργάσατο ἁμαρτήματα, ἤδη πρὸ μικροῦ ἠριθμήθησαν· ὅτι δὲ καὶ ἑπτὰ ἐκδικήσεις, ἤγουν ἐπιτιμήσεις, ἐδέξατο, ὅρα καὶ τούτων τὸν ἀριθμόν· αʹ ἐκδίκησις, ἡ κατάρα προέφθασεν· «ἐπικατάρατος», φησί, «σὺ ἀπὸ τῆς γῆς»· βʹ, κόπος ἀνόνητος· «ἐργᾷ», φησί, «τὴν γῆν» εἰς κενὸν κόπον καὶ ἄμισθον· γʹ, γῆς ἀφορία· οὐκ ἰσχύσει, φησί, «τὴν ἰσχὺν αὐτῆς δοῦναί σοι» τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ κόπου ἰσόρροπον· δʹ, στένος, ἤγουν στενοχωρία καὶ δύσπνοια τοῦ ἄσθματος· εʹ, ἀκρατὴς τρόμος καὶ ἄστατος· τὸ γὰρ «στένων καὶ τρέμων ἔσῃ ἐπὶ τῆς γῆς» δύο βάσανοι ἐν ἑνὶ ῥήματι διακρίνονται· ϛʹ, ὅτι, ὡς κατάρατος καὶ βδελυκτὸς τῷ Θεῷ, καὶ τρομικὸς καὶ παράσημος καὶ ἀνθρώποις πᾶσι βδελυκτὸς ἦν καὶ ἀπόβλητος· διὸ καὶ ἐδεδίει καὶ ἔτρεμεν ἀεί, μήπως ἀποκτενεῖ αὐτόν τις τῶν εὑρισκόντων αὐτόν· ζʹ ἐκδίκησις, ἡ βαρυτέρα πασῶν, ὅτι ἐβδελύχθη καὶ ἀπεβλήθη, καὶ ἀπεκρύβη Θεὸς ἀπ’ αὐτοῦ· «ἐξῆλθε», φησί, «Κάϊν», ἤτοι ἀπερρίφη ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ, «καὶ ᾤκησεν ἐν γῇ Ναίδ».
Μετάφραση
Το ότι, βέβαια, διέπραξε επτά αμαρτήματα, ήδη πριν από λίγο απαριθμήθηκαν· το ότι όμως δέχθηκε και επτά εκδικήσεις, δηλαδή τιμωρίες, δες και αυτών τον αριθμό: πρώτη εκδίκηση, τον πρόφτασε η κατάρα· «κατηραμένος», λέει, «να είσαι εσύ από τη γη»· δεύτερη, ο ανώφελος κόπος· «θα καλλιεργείς», λέει, «τη γη» με μάταιο κόπο και χωρίς ανταμοιβή· τρίτη, η αφορία της γης· δεν θα μπορέσει, λέει, «να σου δώσει τη δύναμή της» σε αντάλλαγμα ισάξιο της εργασίας και του κόπου σου· τέταρτη, ο στεναγμός, δηλαδή η στενοχώρια και η δύσπνοια του άσθματος· πέμπτη, ο ασυγκράτητος και διαρκής τρόμος· διότι στο «θα στενάζεις και θα τρέμεις πάνω στη γη» διακρίνονται δύο βάσανα σε μία φράση· έκτη, ότι, ως καταραμένος και βδελυρός στον Θεό, ήταν επίσης κατατρομαγμένος, σημαδεμένος, βδελυρός και απόβλητος σε όλους τους ανθρώπους· γι' αυτό και φοβόταν και έτρεμε διαρκώς, μήπως τον σκοτώσει κάποιος από εκείνους που θα τον έβρισκαν· έβδομη εκδίκηση, η βαρύτερη όλων, ότι θεωρήθηκε βδελυρός και αποβλήθηκε, και ο Θεός έκρυψε το πρόσωπό Του από αυτόν· «εξήλθε», λέει, «ο Κάιν», δηλαδή απορρίφθηκε από το πρόσωπο του Θεού, «και κατοίκησε στη γη Ναΐδ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες