γʹ. Ὅτι δὲ πρωτότοκος ὢν, καὶ τοῖς εἰς τοῦτο πρεσβείοις τετιμημένος ὁ Ἰσραὴλ, ἀπώλισθε μὲν τῆς ἐνούσης δόξης αὐτῷ, μεταπεφοίτηκε δὲ τῆς οὕτω λαμπρᾶς εὐκλείας ἡ χάρις ἐπὶ τὸν νέον τε καὶ ἐξ ἐθνῶν ἥκοντα λαὸν, καὶ διὰ τῶν ἐφεξῆς οὐδὲν ἧττον εἰσόμεθα. «Ἰδὼν γὰρ, φησὶν, Ἰσραὴλ τοὺς υἱοὺς Ἰωσὴφ, εἶπε· Τίνες σοι οὗτοι; Εἶπε δὲ Ἰωσὴφ τῷ πατρὶ αὐτοῦ· Υἱοί μου εἰσὶν οὓς ἔδωκέ μοι ὁ Θεὸς ἐνταῦθα. Εἶπε δὲ Ἰακώβ· Προσάγαγέ μοι αὐτοὺς, ἵνα εὐλογήσω αὐτούς. Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐβαρυώπησαν ἀπὸ τοῦ γήρως, καὶ οὐκ ἠδύναντο βλέπειν.
Μετάφραση
γ'. Ότι, ενώ ο Ισραήλ ήταν πρωτότοκος και είχε τιμηθεί με τα σχετικά πρωτεία, εξέπεσε από τη δόξα που κατείχε, και η χάρη αυτής της τόσο λαμπρής ευκλείας μεταβιβάστηκε στον νέο λαό που προήλθε από τα έθνη, θα το κατανοήσουμε εξίσου καλά και από τα όσα ακολουθούν. «Διότι, όταν είδε ο Ισραήλ», λέει το κείμενο, «τους υιούς του Ιωσήφ, είπε: Ποιοι σου είναι αυτοί; Και ο Ιωσήφ απάντησε στον πατέρα του: Είναι οι υιοί μου, τους οποίους μου έδωσε εδώ ο Θεός. Και ο Ιακώβ είπε: Φέρε τους κοντά μου, για να τους ευλογήσω. Τα μάτια του, όμως, είχαν βαρύνει από τα γηρατειά και δεν μπορούσαν να δουν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες