Διαταξάμενος γὰρ, φησὶ, τοῖς παισὶν αὐτοῦ, Ἐξάρας τοὺς πόδας ἐπὶ τὴν κλίνην, ὥσπερ μεθ᾽ ἡδονῆς τὸ πρᾶγμα καταδεχόμενος. Οὕτω μετὰ τὸ πάντα διατάξασθαι, Τοὺς πόδας ἐξάρας, ἀντὶ τοῦ, ἐφαπλώσας, ἢ τείνας, ὡς ἂν εἴποι τις, Ἐξέλιπε, τοῦτό ἐστι, κατέλυσε τὴν ζωὴν, Καὶ προσετέθη πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ. Καὶ ἐπιπεσὼν, φησὶν, Ἰωσὴφ ἐπὶ πρόσωπον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἔκλαυσεν ἐπ᾽ αὐτῷ, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶδες παιδὸς φιλοστοργίαν; εἶδες πεπυρωμένην ἀγάπην; Καὶ μετὰ τὴν τῆς ψυχῆς ἀναχώρησιν Ἐπιπεσὼν ἐπὶ τὸ πρόσωπον, καὶ καταφιλήσας, ἔκλαυσεν ἐπ᾽ αὐτῷ. Καὶ τούτου γενομένου Ἰωσὴφ τὰ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐνταλθέντα εἰς ἔργον λοιπὸν ἐσπούδαζεν ἀγαγεῖν. Τέως δὲ Προσέταξε τοῖς ἐνταφιασταῖς ἐνταφιάσαι τὸν πατέρα αὐτοῦ.
Μετάφραση
Διότι, αφού έδωσε τις παραγγελίες στα παιδιά του, λέει το κείμενο, «σήκωσε τα πόδια του πάνω στην κλίνη», σαν να αποδεχόταν το γεγονός με ικανοποίηση. Έτσι, αφού τα διευθέτησε όλα, «σήκωσε τα πόδια», αντί να πει τα άπλωσε ή τα τέντωσε, όπως θα έλεγε κάποιος, «εξέλιπε», δηλαδή τερμάτισε τη ζωή του, «και προστέθηκε στον λαό του». «Και πέφτοντας», λέει, «ο Ιωσήφ πάνω στο πρόσωπο του πατέρα του, έκλαψε πάνω του και τον καταφίλησε». Είδες φιλοστοργία παιδιού; Είδες φλογερή αγάπη; Ακόμη και μετά την αναχώρηση της ψυχής, πέφτοντας πάνω στο πρόσωπο και καταφιλώντας τον, έκλαψε πάνω του. Και αφού έγινε αυτό, ο Ιωσήφ έσπευσε πλέον να κάνει πράξη όσα είχε παραγγείλει ο πατέρας του. Προς το παρόν όμως, πρόσταξε τους ενταφιαστές να ενταφιάσουν τον πατέρα του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες