Καὶ τί λέγω ἀπὸ ζωῆς εἰς ζωήν; Ἀπὸ τῆς χείρονος ἐπὶ τὴν βελτίονα, ἀπὸ τῆς προσκαίρου ἐπὶ τὴν αἰώνιον, ἀπὸ τῆς ἐπιγείου ἐπὶ τὴν ἐπουράνιον. Καὶ πληρώσας πάντα, φησὶν, Ἰωσὴφ ὑπέστρεψεν εἰς Αἴγυπτον, αὐτὸς καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ οἱ συναναβάντες μετ᾽ αὐτοῦ. Ἀλλ᾽ ὅρα μοι λοιπὸν ἐνταῦθα τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰωσὴφ τὴν δειλίαν, καὶ τὸν φόβον τὸν κατασείοντα αὐτῶν τὴν διάνοιαν. Ἰδόντες γὰρ, φησὶν, οἱ ἀδελφοὶ Ἰωσὴφ, ὅτι τέθνηκεν ὁ πατὴρ αὐτῶν, εἶπαν· Μήποτε μνησικακήσῃ ἡμῖν Ἰωσὴφ, καὶ ἀνταποδῷ ἀνταπόδομα ἡμῖν, πάντα τὰ κακὰ ἃ ἐνεδειξάμεθα αὐτῷ. Μεγάλως αὐτῶν ὁ φόβος ἐτάραττε τὴν διάνοιαν, καὶ ὑπὸ τοῦ συνειδότος κεντούμενοι οὐκ εἶχον ὅ τι πράξωσι. Διὰ τοῦτο, φησὶ, θεασάμενοι τοῦ πατρὸς τὴν τελευτὴν, καὶ ὑπιδόμενοι, μὴ τὴν ἀξίαν αὐτοὺς εἰσπράξηται δίκην ὁ Ἰωσὴφ ὑπὲρ τῶν εἰς αὐτὸν εἰργασμένων, Παραγενόμενοι, φησὶ, πρὸς αὐτὸν εἶπον· Ὁ πατήρ σου ὥρκωσε πρὸ τοῦ τελευτῆσαι αὐτὸν, λέγων· Εἴπατε Ἰωσὴφ, Ἄφες αὐτοῖς τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν.
Μετάφραση
Και τι λέγω από ζωή σε ζωή; Από τη χειρότερη στην καλύτερη, από την πρόσκαιρη στην αιώνια, από την επίγεια στην επουράνια. Και αφού ολοκλήρωσε τα πάντα, λέει, ο Ιωσήφ επέστρεψε στην Αίγυπτο, ο ίδιος και οι αδελφοί του, και όσοι είχαν ανεβεί μαζί του. Αλλά παρατήρησε λοιπόν εδώ τη δειλία των αδελφών του Ιωσήφ και τον φόβο που συγκλόνιζε τη διάνοιά τους. Διότι, αφού είδαν, λέει, οι αδελφοί του Ιωσήφ ότι πέθανε ο πατέρας τους, είπαν: «Μήπως τυχόν μας κρατήσει κακία ο Ιωσήφ και μας ανταποδώσει για όλα τα κακά που του κάναμε». Ο φόβος τάραζε σε μεγάλο βαθμό τη διάνοιά τους, και καθώς κεντρίζονταν από τη συνείδησή τους δεν γνώριζαν τι να πράξουν. Γι' αυτό, λέει, αφού είδαν το τέλος του πατέρα τους και επειδή υποπτεύονταν μήπως ο Ιωσήφ επιβάλει σε αυτούς τη δίκαιη τιμωρία για όσα του είχαν διαπράξει, παρουσιάστηκαν, λέει, σε αυτόν και είπαν: «Ο πατέρας σου μάς όρκισε πριν πεθάνει, λέγοντας: Πείτε στον Ιωσήφ, συγχώρεσέ τους την αδικία και την αμαρτία τους».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες