Ἀλλ᾽ ὁ θαυμαστὸς οὗτος καὶ πανάρετος τοσοῦτον ἀπέσχε τοῦ μνήμην τινὰ ποιήσασθαι τῶν εἰς αὐτὸν εἰργασμένων, ὅτι καὶ πρὸς τὰ ῥήματα αὐτῶν συνεχύθη. Καὶ ἔκλαυσε, φησὶν, Ἰωσὴφ, λαλούντων αὐτῶν πρὸς αὐτόν. Καὶ ἐλθόντες εἶπον· Ἴδε, ἡμεῖς σοι οἰκέται. Ὅρα πόσον ἐστὶν ἀρετὴ, πῶς ἰσχυρὸν καὶ ἄμαχον, καὶ ὅση τῆς κακίας ἡ ἀσθένεια. Ἰδοὺ γὰρ, ὁ μὲν τοσαῦτα πεπονθὼς βασιλεύει, οἱ δὲ ταῦτα διαθέντες τὸν ἀδελφὸν, οἰκέται εἶναι παρακαλοῦσι τοῦ παρ᾽ αὐτῶν εἰς δουλείαν ἐκδοθέντος.
Μετάφραση
Αλλά αυτός ο θαυμαστός και πανάρετος τόσο πολύ απείχε από το να κάνει κάποια αναφορά σε όσα του είχαν διαπράξει, ώστε συγκλονίστηκε ακόμη και με τα λόγια τους. «Και έκλαψε», λέει, «ο Ιωσήφ, καθώς εκείνοι του μιλούσαν. Και αφού ήρθαν, του είπαν: Ιδού, εμείς είμαστε δούλοι σου». Δες πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η αρετή, πόσο ισχυρό και ακαταμάχητο, και πόση είναι η αδυναμία της κακίας. Διότι ιδού, αυτός μεν που υπέφερε τόσα δεινά βασιλεύει, αυτοί δε που προκάλεσαν αυτά στον αδελφό τους παρακαλούν να γίνουν δούλοι εκείνου που από τους ίδιους παραδόθηκε στη δουλεία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες