ὡς γὰρ ἡμεῖς πάσχομεν γεννῶντες, ἐπειδὴ κτιστοί ἐσμεν, οὕτω καὶ κάμνομεν κτίζοντες. καὶ εἰ πάσχει ὁ πατὴρ γεννῶν, ἄρα καὶ κτίζων κάμνει. πῶς δὲ περὶ θεοῦ πάθος ἐστὶν εἰπεῖν καὶ τὸ κάμνειν, εἴπερ κτίζει; ἀλλ᾽ οὐ κάμνει, μὴ γένοιτο. «οὐ κοπιάσει» γάρ φησιν ἡ γραφή. «πνεῦμα οὖν ὁ θεὸς» καὶ 〈κατὰ〉 πνεῦμα ἀνάρχως καὶ ἀρχόνως τὸν υἱὸν ἐγέννησεν, «θεὸν ἐκ θεοῦ, φῶς ἐκ φωτός, θεὸν ἀληθινὸν ἐκ θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα, οὐ κτισθέντα». 37. Παρελεύσομαι δὲ καὶ τοῦτο τὸ ῥητόν, ἐφ᾽ ἕτερα δὲ πάλιν ἑαυτοὺς ἐπιδῶμεν τῶν ὑπ᾽ αὐτῶν ἐν κακαῖς ὑπονοίαις λεγομένων τε καὶ ᾀδομένων, ἄνω δέ μοι προτεταγμένων. καὶ γὰρ πάλιν χυδαίως φασὶ τοῦτο τὸ ῥητὸν παρερμηνεύοντες τὸ «δέξασθε τὸν ἀρχιερέα ὑμῶν πιστὸν ὄντα τῷ ποιήσαντι αὐτόν». καὶ πρῶτον μὲν τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, τὴν πρὸς Ἑβραίους φημί, ἀπωθοῦνται, φύσει αὐτὴν ἀναιροῦντες ἀπὸ τοῦ ἀποστόλου καὶ λέγοντες μὴ εἶναι [τοῦ] αὐτοῦ. τὸ δὲ ῥητὸν διὰ τὴν ἰδίαν νόσον εἰς ἑαυτούς, ὡς προεῖπον, * κακῶς ἐκδέχονται, δῆθεν ἀπὸ τοῦ εἰρημένου ὅτι «πιστὸν ὄντα τῷ ποιήσαντι αὐτόν» τὸ κτίσμα παρεισφέροντες. ἐρωτήσειε δ᾽ ἄν τις αὐτοὺς σύνεσιν κεκτημένος, καὶ ἀπορήσουσι, μὴ ἔχοντες τί ἀποκριθήσονται, ὅτι τὸ «ἀρχιερέα» πότε προσελάβετο ὁ κύριος ἡμῶν ὄνομα αὐτῷ καλεῖσθαι;
Μετάφραση
Διότι, όπως ακριβώς εμείς υφιστάμεθα πάθος όταν γεννάμε, επειδή είμαστε κτιστοί, έτσι και κοπιάζουμε όταν δημιουργούμε. Και αν ο Πατέρας υφίσταται πάθος όταν γεννά, άρα και κοπιάζει όταν δημιουργεί. Πώς όμως είναι δυνατόν να μιλάμε για πάθος και για κόπο στον Θεό, εφόσον δημιουργεί; Αλλά δεν κοπιάζει, μη γένοιτο. Διότι η Γραφή λέει: «δεν θα κοπιάσει». «Πνεύμα λοιπόν είναι ο Θεός» και κατά πνεύμα, άναρχα και κυρίαρχα, γέννησε τον Υιό, «Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα, ου κτισθέντα». 37. Θα παρακάμψω όμως και αυτό το ρητό, και ας στραφούμε πάλι σε άλλα από εκείνα που λέγονται και ψάλλονται από αυτούς με κακόβουλες υπόνοιες, τα οποία έχω παραθέσει προηγουμένως. Διότι και πάλι χυδαία λένε, παρερμηνεύοντας αυτό το ρητό: «δεχθείτε τον αρχιερέα σας, ο οποίος είναι πιστός σε εκείνον που τον εποίησε». Και πρώτα από όλα, απορρίπτουν αυτήν την επιστολή, εννοώ την Προς Εβραίους, αποκόπτοντάς την εντελώς από τον απόστολο και λέγοντας ότι δεν είναι δική του. Το δε ρητό, εξαιτίας της δικής τους πνευματικής νόσου, το εκλαμβάνουν κακώς, όπως προείπα, φέρνοντάς το στα μέτρα τους, εισάγοντας την έννοια του κτίσματος δήθεν από τη φράση «είναι πιστός σε εκείνον που τον εποίησε». Θα μπορούσε όμως κάποιος συνετός να τους ρωτήσει, και θα βρεθούν σε αδιέξοδο μη έχοντας τι να απαντήσουν: πότε έλαβε ο Κύριός μας το όνομα του «αρχιερέα», ώστε να ονομάζεται έτσι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες