Εἰ μὲν οὖν σπουδή σοι περὶ τοὺς ἔξωθεν λόγους ἦν, εἶτα ἀπερρᾳθύμησας δικαστηρίων καὶ βήματος καὶ τῶν ἐκεῖσε στεφάνων καὶ τῆς παρρησίας, 〈σ᾽〉 ἀναμιμνῄσκων παρεκάλεσα ἂν ἐπανελθεῖν εἰς τοὺς ὑπὲρ ἐκείνων πόνους· ἐπειδὴ δὲ ὑπὲρ τῶν ἐν οὐρανοῖς τρέχομεν καὶ τῶν ἐπὶ γῆς λόγος ἡμῖν οὐδείς, ἑτέρου σε ἀναμιμνῄσκω δικαστηρίου καὶ βήματος φοβεροῦ καὶ φρικώδους· «Πάντας γὰρ ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ.» Κρίτης δὲ καθῆται τότε, ὁ νῦν ἀθετούμενος ὑπὸ σοῦ. Τί οὖν ἐροῦμεν τότε; τί δὲ ἀπολογησόμεθα, ἐὰν ἐπιμένωμεν ἀθετοῦντες; τί ἐροῦμεν εἰπέ μοι; πραγμάτων φροντίδας προφασισόμεθα; ἀλλ᾽ αὐτὸς προλαβὼν εἶπεν· «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ.» Ἀλλ᾽ ὑφ᾽ ἑτέρων ἠπατῆσθαι; ἀλλ᾽ οὐδὲ τὸν Ἀδὰμ πρὸς ἀπολογίαν ὤνησεν τὸ προβαλέσθαι τὴν γυναῖκα καὶ εἰπεῖν· «Ἡ γυνὴ ἣν ἔδωκάς μοι, αὐτή με ἠπάτησεν», ὥσπερ οὐδὲ τὴν γυναῖκα τὸν ὄφιν. Φοβερόν, ὦ Θεόδωρε, τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, οὐ κατηγόρων δεόμενον, οὐ μάρτυρας περιμένον· «Πάντα γὰρ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα» τῷ δικάζοντι, καὶ οὐχὶ πράξεων μόνον ἀλλὰ καὶ ἐννοιῶν εὐθύνας ὑπέχειν δεῖ· «Κριτικὸς γάρ ἐστιν ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας» ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος. Ἀλλ᾽ ἴσως ἀσθένειαν φύσεως ἐρεῖς καὶ τὸ μὴ δυνηθῆναι ἐνεγκεῖν τὸν ζυγόν;
Μετάφραση
Αν, λοιπόν, ο ζήλος σου αφορούσε την κοσμική ρητορική και έπειτα παραμελούσες τα δικαστήρια, το βήμα, τους στεφάνους που δίνονται εκεί και την παρρησία, θα σε παρακαλούσα, υπενθυμίζοντάς σου όλα αυτά, να επιστρέψεις στους κόπους για χάρη τους. Επειδή, όμως, αγωνιζόμαστε για τα επουράνια και δεν κάνουμε κανέναν λόγο για τα επίγεια, σου υπενθυμίζω ένα άλλο δικαστήριο και ένα βήμα φοβερό και φρικτό: «Διότι όλοι μας πρέπει να φανερωθούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού». Και ως κριτής θα κάθεται τότε αυτός που τώρα αθετείται από εσένα. Τι θα πούμε, λοιπόν, τότε; Και πώς θα απολογηθούμε, εάν επιμένουμε να τον αθετούμε; Τι θα πούμε, πες μου; Θα προφασιστούμε τις φροντίδες των βιωτικών υποθέσεων; Αλλά ο ίδιος προέλαβε και είπε: «Διότι τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, εάν κερδίσει τον κόσμο όλο, αλλά ζημιωθεί την ψυχή του;» Μήπως ότι εξαπατηθήκαμε από άλλους; Αλλά ούτε τον Αδάμ τον ωφέλησε ως απολογία το να προβάλει τη γυναίκα και να πει: «Η γυναίκα που μου έδωσες, αυτή με εξαπάτησε», όπως ακριβώς δεν ωφέλησε ούτε τη γυναίκα το φίδι. Είναι φοβερό, ω Θεόδωρε, εκείνο το δικαστήριο, που δεν έχει ανάγκη από κατηγόρους, ούτε περιμένει μάρτυρες· διότι «όλα είναι γυμνά και εκτεθειμένα» σε αυτόν που δικάζει, και πρέπει να λογοδοτήσουμε όχι μόνο για τις πράξεις μας, αλλά και για τις σκέψεις μας· διότι εκείνος ο δικαστής «είναι κριτής των ενθυμήσεων και των λογισμών της καρδιάς». Αλλά ίσως θα επικαλεστείς την ασθένεια της φύσεως και το ότι δεν μπόρεσες να αντέξεις τον ζυγό;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες