ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΩΣΗΕ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ. <Καὶ εἶδεν Ἐφραῒμ τὴν νόσον αὐτοῦ, καὶ Ἰούδας τὴν ὀδύνην αὐτοῦ· καὶ ἐπορεύθη Ἐφραῒμ πρὸς Ἀσσυρίους, καὶ ἀπέστειλε πρέσβεις πρὸς βασιλέα Ἰαρεὶμ, καὶ αὐτὸς οὐκ ἠδυνήθη ἰάσασθαι ὑμᾶς, καὶ οὐ μὴ διαπαύσῃ ἐξ ὑμῶν ὀδύνη.> Θεοῦ γεγονότος ὡς ταραχῆς τῷ Ἐφραῒμ, καὶ μὴν καὶ ὡς κέντρου τῷ οἴκῳ Ἰούδα, τεθέαται μὲν τὴν ἑαυτοῦ νόσον ἤτοι τὸ ἄναλκι καὶ τὸ ἀσθενὲς ὁ Ἐφραΐμ· καὶ μὴν καὶ Ἰούδας τὴν ὀδύνην αὐτοῦ· συγκατεδῃοῦντο γὰρ, ὡς ἔφην, τοῖς ἐν Σαμαρείᾳ καὶ τὰ ὅρια τοῦ Βενιαμίν· εἶτα πρὸς τοῦτο ἀπειρηκὼς ὁ Ἐφραῒμ, καὶ ἰδίαις δυνάμεσιν ἀντιφέρεσθαι τοῖς συμβεβηκόσιν οὐκ ἔχων, οὔτε μὴν ἀποσείεσθαι τὰ ἐκ τοῦ πολέμου βλάβη δυνάμενος, προσκέκρουκε πάλιν τῷ πάντα ἰσχύοντι Θεῷ, οὐδὲ ἐν αὐταῖς, ἵν᾽ οὕτως εἴπω, ταῖς μάστιξιν ἐννενοηκὼς τὸ συμφέρον· ἐνεστηκότος δὲ τοῦ καιροῦ, καθ᾽ ὃν ἔδει μᾶλλον ἐπιστρέφειν πρὸς τὸν Θεὸν, τότε δὴ μάλιστα λυπεῖν ᾑρημένος καὶ ἀποφοιτῶν ἀγριώτερον. οὐκ ἠγνόει μὲν γὰρ τὸν ἁπάσης αὐτοῖς εὐκλείας καὶ χορηγὸν καὶ πρύτανιν, τὸν τοῦ δύνασθαι κρατεῖν τῶν ἀνθεστηκότων ἀεὶ δοτῆρα Θεόν· ἀλλ᾽ οὐδενὸς ἠξίου τὸ χρῆμα λόγου, καίτοι τοῦ πανσόφου διακεκραγότος Μωυσέως “Κύριος συντρίβων πολέμους, ”Κύριος ὄνομα αὐτῷ,” διδάσκοντός τε σαφῶς, ὡς δι᾽ αὐτοῦ τε καὶ ἐν αὐτῷ “Διώξεται εἷς χιλίους, καὶ δύο μετακινή- ”σουσι μυριάδας.”
Μετάφραση
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΩΣΗΕ, ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ. <Και είδε ο Εφραΐμ την ασθένειά του και ο Ιούδας την οδύνη του· και πορεύθηκε ο Εφραΐμ προς τους Ασσυρίους και απέστειλε πρέσβεις προς τον βασιλιά Ιαρείμ, και αυτός δεν μπόρεσε να σας ιατρεύσει, και δεν θα παύσει από εσάς η οδύνη.> Επειδή ο Θεός έγινε σαν ταραχή για τον Εφραΐμ, και μάλιστα σαν κεντρί για τον οίκο του Ιούδα, είδε ο Εφραΐμ τη δική του ασθένεια, δηλαδή την ανανδρία και την αδυναμία του· και βέβαια και ο Ιούδας τη δική του οδύνη· διότι καταστρέφονταν μαζί, όπως είπα, με αυτούς στη Σαμάρεια και τα όρια του Βενιαμίν. Έπειτα, έχοντας απελπιστεί από αυτό ο Εφραΐμ και μη έχοντας τη δυνατότητα με τις δικές του δυνάμεις να αντιμετωπίσει όσα συνέβησαν, ούτε βέβαια μπορώντας να αποτινάξει τις βλάβες από τον πόλεμο, ήρθε πάλι σε σύγκρουση με τον παντοδύναμο Θεό, μη έχοντας κατανοήσει το συμφέρον του ούτε μέσα σε αυτές, για να το πω έτσι, τις τιμωρίες. Ενώ είχε έρθει ο καιρός κατά τον οποίο έπρεπε μάλλον να επιστρέψει προς τον Θεό, τότε ακριβώς προτίμησε να Τον λυπεί και να απομακρύνεται πιο άγρια. Διότι δεν αγνοούσε βέβαια Εκείνον που ήταν και χορηγός και κυβερνήτης κάθε δόξας τους, τον Θεό που πάντοτε παρέχει την ικανότητα να επικρατούν επί των αντιπάλων· αλλά δεν έδωσε καμία σημασία σε αυτό, αν και ο πάνσοφος Μωυσής είχε διακηρύξει φωναχτά: «Ο Κύριος συντρίβει πολέμους, Κύριος είναι το όνομά Του», και δίδασκε σαφώς ότι δι' Αυτού και εν Αυτώ: «Ένας θα καταδιώξει χίλιους, και δύο θα μετακινήσουν μυριάδες».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες