Τί πράττει, ὢ ἄπληστον καὶ ἀχάριστον γύναιον; γῆν τε καὶ θάλασσαν δωροφοροῦσαν ἔχουσα, χήρας ἀπόρου κατατρέχεις τοῦ πενιχροῦ κτήματος, ἧς σε δίκαιον ἦν ἀνταλλάξασθαι βίον; λόγῳ δὲ βεβαιοῦσα τὸν νόμον, ἔργῳ τοῦτον δρᾷς ἀποκήρυκτον; οὐκ ᾐδέσθης τὸν πατέρα τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτὴν τῶν χηρῶν; ἀλλ᾽ ἤκουσεν ὄντως ὁ τοῖς θείοις λόγοις ἀεὶ τρεφόμενος τῆς θεοπνεύστου ῥήσεως· Κρίνατε ὀρφανὸν, καὶ δικαιώσατε χήραν· καὶ Ἠλίαν ἔχων τοῦ ζήλου ποδηγὸν τὸν πυρίπνοον, Ἰωάννου μιμεῖται τὴν παῤῥησίαν, οὐκ ἔξεστί σοι λέγων ἔχειν τὸν ἀμπελῶνα τῆς ἀδελφῆς σου. Οἴει γὰρ τὴν φύσιν ἐκβεβηκέναι, εἰ καὶ τὴν ἀξίαν ὑπερέβης τῷ τυραννικῷ ἀξιώματι; Ἀρχὴ γὰρ νόμῳ τυπουμένη βασιλεία καθίσταται, παρανομίᾳ δὲ στοιχειουμένη, τυραννὶς οὐκ ἀδίκως κατονομάζεται. Οὐκ ἀνέγνως Ἰεζαβὲλ τὸ δραματούργημα; τί τουτονὶ τὸν θεῖον εἰσέρχῃ σηκόν; ἄπαγε πόῤῥω τῶν θείων ἀνακτόρων. Λουτὴρ ὑπάρχει ὁ θεῖος ναὸς, ἀποῤῥίπτων τὰ ἁμαρτήματα.
Μετάφραση
Τι πράττεις, ω άπληστο και αχάριστο γύναιο; Ενώ έχεις τη γη και τη θάλασσα να σου προσφέρουν δώρα, κατατρέχεις το πενιχρό κτήμα μιας άπορης χήρας, με την οποία θα ήταν δίκαιο να ανταλλάξεις βίο; Και ενώ με τα λόγια επιβεβαιώνεις τον νόμο, με τα έργα σου τον καθιστάς αποκηρυγμένο; Δεν σεβάστηκες τον πατέρα των ορφανών και κριτή των χηρών; Αλλά άκουσε πράγματι αυτός που πάντοτε τρέφεται με τους θείους λόγους τη θεόπνευστη ρήση: «Κρίνετε υπέρ του ορφανού, και δικαιώστε τη χήρα»· και έχοντας ως οδηγό του ζήλου του τον πυρίπνοο Ηλία, μιμείται την παρρησία του Ιωάννη, λέγοντάς σου: δεν σου επιτρέπεται να κατέχεις τον αμπελώνα της αδελφής σου. Διότι νομίζεις ότι έχεις υπερβεί τα όρια της ανθρώπινης φύσης, επειδή ξεπέρασες την αξία με το τυραννικό σου αξίωμα; Επειδή η εξουσία, όταν διαμορφώνεται σύμφωνα με τον νόμο, καθίσταται βασιλεία, ενώ όταν θεμελιώνεται στην παρανομία, ονομάζεται όχι άδικα τυραννία. Δεν διάβασες τη δραματική ιστορία της Ιεζάβελ; Γιατί εισέρχεσαι σε τούτον εδώ τον θείο ναό; Φύγε μακριά από τα θεία ανάκτορα. Ο θείος ναός είναι λουτήρας, ο οποίος αποβάλλει τα αμαρτήματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες