Οὗτος ὁ δαίμων ὁ σκοτεινὸς ὡς Αἰγύπτιος, ὁ θηλύφρων ὁμοῦ καὶ θηλύμορφος μετὰ Λοξίου τε καὶ τρίποδος τὴν κωφότητα, καὶ τῆς ἐν Δοδώνῃ δρυὸς σιγὴν ἀνεκλάλητον, καὶ τὴν τοῦ Κασταλικοῦ νάματος σιωπὴν ἀτελεύτητον, καὶ τοῦ Ῥοδίου ταύρου τὴν οὐ γνωσθεῖσαν αὐτῷ πτῶσιν ἀμύκητον, καὶ τὴν πάντων, ὡς εἰπεῖν, τῶν Ἑλληνικῶν μαντείων κατάσβεσιν, Ἀσκληπιοῦ τε τὴν μὴ τελευτῶσαν ἐκπύρωσιν, καὶ τῶν κατ’ αὐτὸν ἰατρῶν τὴν παντελῆ καὶ ἀνίατον λώβησιν, προφητεύειν καὶ νόσους ἰατρεύειν, μᾶλλον δὲ ψευδοεπεῖν καὶ νοσοποιεῖν ἐτερατεύετο φάσμασιν· πῶς γὰρ ὁ ψεύστης ὢν ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ τὸ ψεῦδος ἐκ τῶν ἰδίων λαλῶν, ἐν ἀληθείᾳ τε παντελῶς οὐχ ἱστάμενος ἀλήθειαν φθέγξαιτο; ἢ πῶς ὁ τὴν ἰδίαν ἣν εἶχέν ποτε μὴ φυλάξας ἀρχήν, ἀλλ’ ὡσεὶ νεκρὸς ἐβδελυγμένος ῥιφείς, καὶ σκώληξι βρύων, καὶ σῆψιν ἔχων ὑπόστρωμα, ὁ πᾶσαν πτῶσιν πεσών, καὶ μεγάλην νοσῶν τὴν ἀσθένειαν—αὐτοὶ γὰρ προφητικῶς εἰπεῖν, ἠσθένησάν τε καὶ ἔπεσον—, καὶ παντὸς ἀγαθοῦ τὴν ἀνίατον περικείμενος νέκρωσιν ἑτέροις ῥῶσιν ὀρέξειεν; ἢ νοσοῦσιν τισὶν ἀλεξήσειεν, ὁ βοηθεῖν ἑαυτῷ μὴ δυνάμενος; Ὃ γάρ τις ἔχει ἐκ φύσεως τοῦτο λαχών, ἢ πρὸς ἑτέρου λαβὼν καὶ φυλάξας ἀμείωτον, τάχα ἂν ἠδύνατο καὶ πρὸς ἄλλων ἐκτείνειν μετάδοσιν· ὁ δὲ μὴ ἔχει, πῶς ἑτέροις διδόναι δυνήσεται;
Μετάφραση
Αυτός ο δαίμονας, ο σκοτεινός σαν Αιγύπτιος, που είναι συνάμα θηλύφρων και θηλύμορφος, μετά την κώφωση του Λοξία και του τρίποδα, και την ανείπωτη σιγή της δρυός στη Δωδώνη, και την ατέλειωτη σιωπή του Κασταλικού νάματος, και την αμύκητη πτώση του Ροδίου ταύρου που του ήταν άγνωστη, και το σβήσιμο, να το πούμε έτσι, όλων των ελληνικών μαντείων, καθώς και την ατελεύτητη εκπύρωση του Ασκληπιού, και την παντελή και ανίατη λώβη των ιατρών που τον ακολουθούσαν, παρίστανε τερατωδώς με φάσματα ότι προφητεύει και θεραπεύει νόσους, ή μάλλον ότι λέει ψευδή λόγια και προκαλεί νόσους. Διότι πώς, αυτός που είναι ψεύτης από την αρχή και λαλεί το ψεύδος από τα δικά του, και δεν έχει σταθεί καθόλου στην αλήθεια, θα μπορούσε να φθέγξει την αλήθεια; Ή πώς, αυτός που δεν φύλαξε το δικό του αξίωμα που είχε κάποτε, αλλά ρίχτηκε σαν βδελυρός νεκρός, βρύοντας από σκουλήκια, και έχοντας για στρώμα του τη σήψη, αυτός που υπέστη την ολοκληρωτική πτώση και νοσεί από τη μεγάλη ασθένεια —διότι αυτοί, για να μιλήσουμε προφητικά, «ασθένησαν και έπεσαν»—, και ο οποίος έχει περιβληθεί την ανίατη νέκρωση κάθε αγαθού, πώς θα μπορούσε να προσφέρει ρώμη σε άλλους; Ή πώς θα μπορούσε να βοηθήσει κάποιους που νοσούν, αυτός που δεν μπορεί να βοηθήσει ούτε τον εαυτό του; Διότι, ό,τι έχει κάποιος εκ φύσεως έχοντάς το λάχει, ή έχοντάς το λάβει από άλλον και διατηρήσει αμείωτο, ίσως να μπορούσε να το μεταδώσει και σε άλλους· αλλά αυτός που δεν έχει, πώς θα μπορέσει να δώσει σε άλλους;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες