Ἔλεγεν ὁ θεὸς τῇ συναγωγῇ· 〈Ἀνθ᾽ ὧν οὐκ ἔλαβές με ἐν τῇ διανοίᾳ σου, ἀλλ᾽ ἀπέρριψάς με ὀπίσω τοῦ νώτου σου.〉 Πρῶτος ἄφρων ἐξ ἑαυτοῦ ὁ τῆς ἀφροσύνης σπορεὺς ὁ διάβολος. Καὶ διὰ τί ἄφρων; Ὅτι φρόνιμος ὢν ἀφροσύνης πρᾶγμα ἐπετήδευσεν· 〈Ὁ δὲ ὄφις ἦν φρονιμώτατος.〉 Καὶ τί ἐπετήδευσεν; Ἰσόθρονος τοῦ θεοῦ γενέσθαι ἠθέλησεν εἰπών· 〈Θήσω τὸν θρόνον μου ἐπάνω τῶν νεφελῶν καὶ ἔσομαι ὅμοιος τῷ ὑψίστῳ.〉 Ἦρε τὸ 〈θεὸς〉 καὶ τὸ 〈ὕψιστος〉 ἔθηκεν, αἰσχυνόμενος ὀνομάσαι ὃν ἤδη ἠρνήσατο. Οὕτω καὶ πᾶς αἱρετικὸς δεινότατος ἐν καιρῷ διωγμοῦ τῷ ἀρχιερεῖ διαλεγόμενος οὔτε ἀρχιερέα αὐτὸν καλεῖ, οὔτε ἐπίσκοπον, οὔτε θεοσεβέστατον, οὔτε ἅγιον, ἀλλὰ τί; Ἡ τιμιότης σου, ἡ σύνεσίς σου, ἡ φρόνησίς σου, ἡ δικαιοσύνη σου, καὶ τὰ κοινὰ αὐτῷ προσφέρει ὀνόματα, τὰ τῆς ἀξίας αὐτοῦ ἀρνούμενος. Τοῦτο ὁ διάβολος τότε ἐπὶ τοῦ θεοῦ ἐποίησεν· 〈Ἔσομαι ὅμοιος τῷ ὑψίστῳ,〉 οὐ τῷ θεῷ, ἀλλὰ τῷ ὑψίστῳ. Καὶ πρόσεχε ἀκριβῶς, παρακαλῶ, ὅπως ὁ προφήτης ἀκριβὴς κατήγορος τοῦ διαβόλου γέγονεν· 〈Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ.〉 Οὐκ εἴρηκεν ὅτι λέγει, ἀλλ᾽ ὅτι εἶπεν· ἅπαξ ἐτόλμησε καὶ εἶπε, καὶ ἐπειδὴ εἰπὼν ἀπερρίφη ὡς ἀντάρτης ἐκ τῶν οὐρανῶν, οὐκέτι δι᾽ ἑαυτοῦ εἰπεῖν ἐτόλμησεν.
Μετάφραση
Έλεγε ο Θεός στη συναγωγή: «Επειδή δεν με έλαβες στη διάνοιά σου, αλλά με απέρριψας πίσω από τα νώτα σου.» Πρώτος άφρων αφ' εαυτού του είναι ο σπορέας της αφροσύνης, ο διάβολος. Και γιατί είναι άφρων; Διότι, ενώ ήταν φρόνιμος, επιτήδευσε πράγμα αφροσύνης: «Ο δε όφις ήταν φρονιμότατος.» Και τι επιτήδευσε; Θέλησε να γίνει ισόθρονος του Θεού, λέγοντας: «Θα θέσω τον θρόνο μου πάνω από τις νεφέλες και θα είμαι όμοιος με τον Ύψιστο.» Αφαίρεσε το «Θεός» και έθεσε το «Ύψιστος», ντρεπόμενος να ονομάσει Εκείνον τον οποίο ήδη είχε αρνηθεί. Έτσι και κάθε δεινός αιρετικός σε καιρό διωγμού, όταν διαλέγεται με τον αρχιερέα, ούτε αρχιερέα τον αποκαλεί, ούτε επίσκοπο, ούτε θεοσεβέστατο, ούτε άγιο, αλλά τι; «Η τιμιότητά σου, η σύνεσή σου, η φρόνησή σου, η δικαιοσύνη σου», και του προσφέρει ονόματα κοινά, αρνούμενος εκείνα του αξιώματός του. Αυτό έπραξε τότε και ο διάβολος απέναντι στον Θεό: «Θα είμαι όμοιος με τον Ύψιστο», όχι με τον Θεό, αλλά με τον Ύψιστο. Και πρόσεξε ακριβώς, παρακαλώ, πώς ο προφήτης έγινε ακριβής κατήγορος του διαβόλου: «Είπε ο άφρων στην καρδιά του.» Δεν έχει πει ότι «λέγει», αλλά ότι «είπε»· μία φορά τόλμησε και το είπε, και επειδή, αφού το είπε, απορρίφθηκε ως αντάρτης από τους ουρανούς, δεν τόλμησε πλέον να το πει ο ίδιος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες