ὡσανεὶ ἔλεγεν ὅτι οἱ ὑπερήφανοι οὐ χρείαν ἔχουσιν ἄλλου τινὸς διασκορπίσαι αὐτούς· ἀρκεῖ γὰρ καὶ μόνη ἡ διάνοια τῆς καρδίας αὐτῶν διασκεδάσαι αὐτούς, κἄντε ἄνθρωποι τύχωσιν εἶναι, κἄντε δαίμονες. «Καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς, πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς». Ἀλλὰ τίνες οἱ καθῃρημένοι ἐκ θρόνων δυνάσται, καὶ τίνες οἱ ἐκ ταπεινώσεως ὑψωθέντες; τίνες τε οἱ ἐκ πλουσίων ἀποσταλέντες κενοί, καὶ τίνες οἱ ἐμπεπλησμένοι τῶν ἀγαθῶν; Τὸν διάβολον καὶ τὸν Φαραὼ σὺν αὐτῷ, οἶμαι, λέγει. Ἐπεὶ ὁ μὲν ἔλεγε· «θήσω τὸν θρόνον μου κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ»· καὶ «καθεῖλεν» αὐτὸν ὁ Θεὸς ἄνωθεν κάτω, «καὶ ὕψωσε ταπεινοὺς» ἀνθρώπους καὶ «ἐνέπλησεν ἀγαθῶν» καὶ τοὺς πρὶν «πλουτοῦντας» ἀγγέλους «ἐξαπέστειλε κενούς», δαίμονας γεγονότας, καὶ «διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους», ὡς εἴρηται ἀνωτέρω, «διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν». Ὁ δέ, ὅτι «διώξας καταλήψομαι, μεριῶ σκῦλα, ἐμπλήσω ψυχήν μου, ἀνελῶ τῇ μαχαίρᾳ μου, κυριεύσει ἡ χείρ μου»· καὶ καθεῖλε καὶ αὐτὸν ἐκ τοῦ θρόνου τῆς αὐτοῦ δυναστείας, «ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης», ὁ ταπεινὸς δὲ καὶ πεπεινασμένος λαὸς ὑψώθη ἐκ τοῦ βυθοῦ ᾄδων τῷ Θεῷ· «ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται». «Ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ» καὶ τὰ ἑξῆς. «
Μετάφραση
Σαν να έλεγε ότι οι υπερήφανοι δεν έχουν ανάγκη από κάτι άλλο για να διασκορπιστούν· διότι αρκεί και μόνο η σκέψη της καρδιάς τους για να τους διασκορπίσει, είτε τυγχάνει να είναι άνθρωποι είτε δαίμονες. «Καθαίρεσε δυνάστες από θρόνους και ύψωσε ταπεινούς, πεινασμένους ενέπλησε με αγαθά και πλουτούντες εξαπέστειλε κενούς». Αλλά ποιοι είναι οι δυνάστες που καθαιρέθηκαν από τους θρόνους, και ποιοι αυτοί που υψώθηκαν από την ταπείνωση; Και ποιοι είναι οι πλούσιοι που εξαπεστάλησαν κενοί, και ποιοι αυτοί που ενεπλήσθησαν με αγαθά; Τον διάβολο και τον Φαραώ μαζί του, νομίζω, εννοεί. Επειδή ο μεν έλεγε: «Θα στήσω τον θρόνο μου προς ανατολάς και θα γίνω όμοιος με τον Ύψιστο»· και τον «καθαίρεσε» ο Θεός από πάνω προς τα κάτω, και «ύψωσε ταπεινούς» ανθρώπους και τους «ενέπλησε με αγαθά» και τους αγγέλους που πριν «επλούτουν» τους «εξαπέστειλε κενούς», αφού έγιναν δαίμονες, και «διασκόρπισε τους υπερηφάνους», όπως ειπώθηκε ανωτέρω, «με τη σκέψη της καρδιάς τους». Ο δε άλλος έλεγε ότι: «Θα καταδιώξω και θα φτάσω, θα μοιράσω λάφυρα, θα χορτάσω την ψυχή μου, θα αναιρέσω με το μαχαίρι μου, θα κυριαρχήσει το χέρι μου»· και καθαίρεσε και αυτόν από τον θρόνο της δυναστείας του, «στο μέσον της θάλασσας», ενώ ο ταπεινός και πεινασμένος λαός υψώθηκε από τον βυθό ψάλλοντας στον Θεό: «Ας ψάλουμε στον Κύριο, διότι ενδόξως έχει δοξαστεί». «Αντελήφθη τον Ισραήλ τον δούλο του» και τα εξής. «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες