Πέτρης 〈δέ〉, φησί, τοῦ Ἀδάμαντος λέγει· οὗτος 〈γάρ〉, φησίν, ἐστὶν ὁ Ἀδάμας «ὁ λίθος ἀκρογωνιαῖος», «ὁ εἰς κεφαλὴν γεγενημένος γωνίας»—ἐν κεφαλῇ γὰρ εἶναι τὸν χαρακτηριστικὸν ἐγκέφαλον, τὴν 〈πάντων〉 οὐσίαν, «ἐξ οὗ πᾶσα πατριὰ» χαρακτηρίζεται· —«ὅν», φησίν, «ἐντάσσω»—〈τουτέστι τὸν〉 Ἀδάμαντα—«εἰς τὰ θεμέλια Σιών». ἀλληγορῶν, φησί, τὸ πλάσμα τοῦ ἀνθρώπου λέγει· ὁ γὰρ ἐντασσόμενος Ἀδάμας ἐστὶν 〈«ὁ ἔσω ἄνθρωπος», «τὰ δὲ θεμέλια Σιὼν» οἱ〉 ὀδόντες, ὡς 〈καὶ〉 Ὅμηρος, 〈φησί〉, λέγει «ἕρκος ὀδόντων», τουτέστι τεῖχος καὶ χαράκωμα, ἐν ᾧ ἐστιν ὁ ἔσω ἄνθρωπος, 〈ὁ〉 ἐκεῖθεν ἀποπεπτωκώς, ἀπὸ τοῦ ἀρχανθρώπου 〈ἢ τοῦ〉 ἄνωθεν Ἀδάμαντος, «ὁ τμηθεὶς ἄνευ χειρῶν» τεμνουσῶν καὶ κατενηνεγμένος εἰς τὸ πλάσμα τῆς λήθης, τὸ χοϊκόν, τὸ «ὀστράκινον». καί, φη(σ)ίν, ὅτι τετριγυῖαι αὐτῷ ἠκολούθουν αἱ ψυχαί— 〈τουτέστι〉 τῷ Λόγῳ—, 〈οὕτως λέγει·〉 ὣς αἳ τετριγυῖαι ἅμ᾽ ἤϊσαν, ἦρχε δ᾽ ἄρα σφιν —τουτέστιν ἡγεῖτο— Ἑρμείας ἀκάκητα κατ᾽ εὐρώεντα κέλευθα —τουτέστι, φησίν, εἰς τὰ πάσης κακίας ἀπηλλαγμένα αἰώνια χωρία. — Ποῦ δέ, φησίν, ἦλθον; πὰρ δ᾽ ἴσαν Ὠκεανοῦ τε ῥοὰς καὶ Λευκάδα πέτρην, ἠ〈δὲ〉 παρ᾽ Ἠελίοιο πύλας καὶ δῆμον ὀνείρων. οὗτος, φησίν, ἐστὶν 〈ὁ〉 Ὠκεανὸς γένεσίς 〈τε〉 θεῶν, γένεσίς τ᾽ ἀνθρώπων, ἐκ παλιρροίας στρεφόμενος αἰεί, ποτὲ ἄνω ποτὲ κάτω.
Μετάφραση
«Και για την πέτρα του Αδάμαντα», αναφέρει, «μιλάει· διότι αυτός», λέει, «είναι ο Αδάμας, 'ο ακρογωνιαίος λίθος', 'αυτός που έγινε η κεφαλή της γωνίας' —επειδή στο κεφάλι βρίσκεται ο εγκέφαλος που δίνει τα χαρακτηριστικά, η ουσία των πάντων, 'από τον οποίο κάθε πατριά' λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της· —'τον οποίο'», λέει, «'τοποθετώ' —δηλαδή τον Αδάμαντα— 'στα θεμέλια της Σιών'». Αυτό το λέει, αναφέρει, αλληγορώντας τη δημιουργία του ανθρώπου· διότι ο Αδάμας που τοποθετείται είναι 'ο εσωτερικός άνθρωπος', και 'τα θεμέλια της Σιών' είναι τα δόντια, όπως ακριβώς, λέει, και ο Όμηρος αναφέρει το «φράγμα οδόντων», δηλαδή το τείχος και το χαράκωμα μέσα στο οποίο βρίσκεται ο εσωτερικός άνθρωπος, αυτός που εξέπεσε από εκεί, από τον αρχάνθρωπο ή τον άνωθεν Αδάμαντα, «εκείνος που αποκόπηκε χωρίς χέρια» να τον κόψουν και κατήλθε στο πλάσμα της λήθης, το χωματένιο, το «οστράκινο». Και», λέει, «όσον αφορά το ότι οι ψυχές τον ακολουθούσαν βγάζοντας τριγμούς —δηλαδή ακολουθούσαν τον Λόγο—, λέει τα εξής: 'έτσι αυτές πορεύονταν μαζί βγάζοντας τριγμούς, και τις οδηγούσε —δηλαδή ηγείτο αυτών— ο απονήρευτος Ερμής μέσα από σκοτεινά μονοπάτια' —δηλαδή, λέει, στους αιώνιους τόπους που είναι απαλλαγμένοι από κάθε κακία. —Και πού, λέει, πήγαν; 'Προσπέρασαν τα ρεύματα του Ωκεανού και τον Λευκάδα βράχο, καθώς και τις πύλες του Ήλιου και τη χώρα των ονείρων'. Αυτός, λέει, είναι ο Ωκεανός, η γένεση των θεών και η γένεση των ανθρώπων, που περιστρέφεται διαρκώς λόγω της παλίρροιας, πότε προς τα πάνω και πότε προς τα κάτω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες