Κερδανοῦσι γὰρ τὰ παρὰ Θεοῦ, νικῶντες τὸν Σατανᾶν. Ὅτι δὲ καὶ τὸ τῆς ἁμαρτίας δυσαχθὲς φορτίον ἀποπεμψάμενοι, πνευματικὴν ἕξουσι τὴν ἀνάπαυσιν διατρανοῖ λέγων· Οὐ μὴ εἴπῃ, Κοπιῶ, ὁ λαὸς ὁ ἐνοικῶν ἐν αὐτοῖς· ἀφείθη γὰρ αὐτοῖς ἡ ἁμαρτία. Οἱ μὲν γὰρ ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ, ἅτε δὴ καὶ ἐπηρμένης αὐτοῖς τῆς ἁμαρτίας· προσήκατο γὰρ οὐδαμῶς τὴν δικαιοῦσαν χάριν, εἰκότως δέδονται προνομὴ, καὶ οἷον αἰχμάλωτοι τῷ τῆς ἁμαρτίας εὑρέτῃ. Οἱ δὲ ἀμείνους γεγονότες τοῦ κατηγορεῖσθαι διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἀφῄρηται γὰρ Χριστοῦ διασμήχοντος, ἁπάσης εἴσω γενήσονται θυμηδίας, ἀπαλλαχθήσονται δὲ καὶ κόπου παντὸς, ἀποπεμψάμενοι τὸ λυποῦν. Τούτων καὶ ὁ μακάριος Δαβὶδ διαμέμνηται λέγων· «Μακάριοι, ὧν ἀφείθησαν αἱ ἀνομίαι, καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι. Μακάριος ἀνὴρ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν.» Καίτοι λέγοντος τοῦ πλημμελεῖν εἰωθότος, ὅτι «Αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾽ ἐμέ.» Δυσφόρητος δὲ καὶ ἄνομος [Rumfr. legit ὁ νόμος] ἦν. Καὶ γοῦν ἔφη Χριστός· «Δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.» <Προσαγάγετε, ἔθνη, καὶ ἀκούσατε, ἄρχοντες.
Μετάφραση
Διότι θα κερδίσουν τα δώρα του Θεού, νικώντας τον Σατανά. Και ότι, αποβάλλοντας το δυσβάσταχτο φορτίο της αμαρτίας, θα έχουν πνευματική ανάπαυση, το διατρανώνει λέγοντας: Δεν θα πει «Κοπιάζω» ο λαός που κατοικεί ανάμεσά τους, διότι τους συγχωρέθηκε η αμαρτία. Διότι, εκείνοι που κατάγονται από το αίμα του Ισραήλ, επειδή ακριβώς αυξήθηκε σε αυτούς η αμαρτία - αφού δεν δέχθηκαν καθόλου τη χάρη που δικαιώνει - δικαιολογημένα έχουν παραδοθεί ως λεία και έγιναν σαν αιχμάλωτοι στον εφευρέτη της αμαρτίας. Όσοι όμως έγιναν ανώτεροι από το να κατηγορούνται για την αμαρτία (διότι αυτή έχει αφαιρεθεί καθώς ο Χριστός τους καθαρίζει), θα βρεθούν μέσα σε κάθε χαρά και θα απαλλαγούν από κάθε κόπο, αποβάλλοντας αυτό που τους λυπεί. Αυτά θυμάται και ο μακάριος Δαβίδ λέγοντας: «Μακάριοι εκείνοι των οποίων συγχωρέθηκαν οι ανομίες, και των οποίων σκεπάστηκαν οι αμαρτίες. Μακάριος ο άνθρωπος στον οποίο ο Κύριος δεν θα λογαριάσει αμαρτία.» Αν και εκείνος που συνηθίζει να αμαρτάνει λέει ότι «Οι ανομίες μου ξεπέρασαν το κεφάλι μου, σαν βαρύ φορτίο με βάρυναν.» Δυσβάσταχτος δε ήταν και ο άνομος [ή ο νόμος κατά την ανάγνωση του Rumfr.]. Γι' αυτό εξάλλου είπε ο Χριστός: «Ελάτε προς εμένα, όλοι οι κοπιάζοντες και πεφορτισμένοι, κι εγώ θα σας αναπαύσω.» <Πλησιάστε, έθνη, και ακούστε, άρχοντες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες