Κύριος εἶπε πρός με· Ἀνάβηθι ἐπὶ τὴν γῆν ταύτην, καὶ ἄνελαι αὐτήν.> Ἀποκείρει παντελῶς τὴν ἐπ᾽ Αἰγυπτίοις ἐλπίδα, μονονουχὶ καὶ ἐν οἰκέταις ἤδη τετάχθαι λέγων τοὺς ἐπ᾽ αὐτῇ πεποιθότας. Ἁλώσονται γὰρ, φησὶν, εὐκόλως ἵππῳ τε καὶ ἀναβάτῃ τεθαῤῥηκότες. Εἶτα πικρόν τι καὶ ὡς ἀπό γε τῆς ἐνούσης αὐτῷ δυστροπίας ἀποφθέγγεται, οὐκ ἄνευ Κυρίου διαβεβαιούμενος τὴν κατὰ τῆς Ἰουδαίας αἴρεσθαι μάχην. Εἰ γὰρ δὴ, φησὶ, καθάπερ αὐτοί φατε, μέγας τε καὶ ἀλκιμώτατος ὁ παρ᾽ ὑμῖν ἐστι Θεὸς, καὶ ὑπεραθλεῖ τῆς χώρας, πῶς ἀνέβημεν ἐπ᾽ αὐτήν; Εἰ μὲν γὰρ πεπλεονεκτήκαμεν τὴν τοῦ ἐπαμύναντος ἰσχὺν, οὐ μέγας ἐστὶ, μᾶλλον δὲ βραχύς τε καὶ ἄναλκις. Εἰ δὲ μέγας καὶ δυνατὸς, οὐ κεκωλύμεθα καταδῃοῦν θέλοντες τὴν Ἰουδαίαν· οὐκ ἀνέβημεν ἐπ᾽ αὐτὴν ἄνευ Κυρίου. <Καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἐλιακεὶμ, καὶ ὁ Σομνᾶς ὁ γραμματεὺς, καὶ Ἰωάχ· Λάλησον πρὸς τοὺς παῖδάς σου Συριστὶ, ἀκούομεν γὰρ ἡμεῖς· καὶ μὴ λάλει πρὸς ἡμᾶς Ἰουδαϊστί. Καὶ ἵνα τί λαλεῖς εἰς τὰ ὦτα τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῷ τείχει; Καὶ εἶπε Ῥαψάκης πρὸς αὐτούς· Μὴ πρὸς τὸν Κύριον ὑμῶν, ἢ πρὸς ὑμᾶς ἀπέσταλκέ με ὁ κύριός μου λαλῆσαι τοὺς λόγους τούτους;
Μετάφραση
«Ο Κύριος μου είπε: Ανέβα σε αυτή τη γη και κατέστρεψέ την.» Αφαιρεί εντελώς την ελπίδα στους Αιγυπτίους, λέγοντας σχεδόν ότι όσοι έχουν στηρίξει τις ελπίδες τους σε αυτήν έχουν ήδη καταταγεί στους δούλους. Διότι, λέει, θα αλωθούν εύκολα, παρόλο που έχουν στηρίξει το θάρρος τους σε άλογα και αναβάτες. Έπειτα λέει κάτι πικρό, σαν να προέρχεται από την εσωτερική του κακοήθεια, διαβεβαιώνοντας ότι ο πόλεμος κατά της Ιουδαίας δεν διεξάγεται χωρίς το θέλημα του Κυρίου. Διότι αν βέβαια, λέει, όπως εσείς οι ίδιοι λέτε, ο Θεός σας είναι μέγας και πανίσχυρος, και υπερασπίζεται τη χώρα, πώς ανεβήκαμε εναντίον της; Εάν δηλαδή υπερισχύσαμε της δύναμης αυτού που την υπερασπίζεται, τότε δεν είναι μέγας, αλλά μάλλον μικρός και ανίσχυρος. Εάν όμως είναι μέγας και δυνατός, και εμείς δεν εμποδιστήκαμε στην επιθυμία μας να λεηλατήσουμε την Ιουδαία, τότε δεν ανεβήκαμε εναντίον της χωρίς το θέλημα του Κυρίου. «Και είπε προς αυτόν ο Ελιακείμ, και ο Σομνάς ο γραμματέας, και ο Ιωάχ: Μίλησε στους δούλους σου στη συριακή γλώσσα, διότι εμείς την καταλαβαίνουμε· και μη μας μιλάς ιουδαϊκά. Και γιατί μιλάς ώστε να σε ακούν οι άνθρωποι που βρίσκονται πάνω στο τείχος; Και ο Ραψάκης τους είπε: Μήπως ο κύριός μου με έστειλε να μιλήσω αυτά τα λόγια προς τον κύριό σας, ή προς εσάς;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες