Καὶ εἶπεν Ἐζεχίας· Ἐκ γῆς πόῤῥωθεν ἥκασι πρός με, ἐκ Βαβυλῶνος. Καὶ εἶπεν Ἡσαΐας· Τί εἴδοσαν ἐν τῷ οἴκῳ σου; Καὶ εἶπεν Ἐζεχίας· Πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ μου εἴδοσαν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ οἴκῳ μου, ὃ οὐκ εἴδοσαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν τοῖς θησαυροῖς μου εἴδοσαν. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἡσαΐας· Ἄκουσον τὸν λόγον Κυρίου Σαβαώθ· Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, καὶ λήψονται πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ σου, καὶ ὅσα συνήγαγον οἱ πατέρες σου ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, εἰς Βαβυλῶνα ἥξει, καὶ οὐδὲν οὐ μὴ καταλείψωσιν· εἶπε δὲ ὁ Θεός· ὅτι Καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου ὧν ἐγέννησάς γε λήψονται, καὶ ποιήσουσι σπάδονας ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ βασιλέως τῶν Βαβυλωνίων.> Ἀπέσταλται μὲν ὁ προφήτης παρὰ Θεοῦ, πλὴν ἐν ἀρχαῖς Ἐζεχίᾳ συντετυχηκὼς ὡς ἀπὸ γνώμης οἰκείας ἀφιγμένος προσποιεῖται λαλεῖν. Ταύτῃ τοί φησι· Τί λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι; Ἐν ἤθει δὲ πολλῷ γέγονεν ὁ λόγος αὐτῷ. Ἀφίκοντο μὲν γὰρ οἱ Βαβυλώνιοι, τάχα που τὴν αἰτίαν, ὡς ἔφην, ἀναμαθεῖν σπουδάζοντες τῆς ἀνόπιν ὑποστροφῆς τοῦ ἡλίου, καὶ ἐφ᾽ ὅτῳ γέγονε τὸ διαβόητον οὕτω σημεῖον. Ὁ δὲ καίτοι μᾶλλον, ὡς ἔφην, ἀφηγεῖσθαι δέον αὐτοῖς τὴν θείαν ὑπεροχὴν, καὶ ὅτι τοῖς αὐτοῦ νεύμασιν ἡ κτίσις παραχωρεῖ, τὸν οἶκον ἔδειξε τῶν θυμιαμάτων, καὶ τῆς γάζης. Διαπυνθάνεται τοιγαροῦν ὁ προφήτης ἐφ᾽ ὅτῳ τε ἥκουσι, καὶ τίς ὁ λόγος αὐτοῖς. Ὁ δὲ πρὸς τοῦτο μὲν ἔφη παντελῶς οὐδέν;
Μετάφραση
Και είπε ο Εζεκίας: «Από χώρα μακρινή ήρθαν σε μένα, από τη Βαβυλώνα». Και είπε ο Ησαΐας: «Τι είδαν στον οίκο σου;» Και είπε ο Εζεκίας: «Είδαν τα πάντα μέσα στον οίκο μου, και δεν υπάρχει τίποτα στον οίκο μου που να μην το είδαν, αλλά είδαν και όσα υπάρχουν στους θησαυρούς μου». Και του είπε ο Ησαΐας: «Άκουσε τον λόγο του Κυρίου Σαβαώθ: Ιδού, έρχονται ημέρες κατά τις οποίες θα πάρουν όλα όσα βρίσκονται στον οίκο σου, και όσα συγκέντρωσαν οι πατέρες σου μέχρι αυτή την ημέρα θα πάνε στη Βαβυλώνα, και δεν θα αφήσουν απολύτως τίποτα. Είπε δε ο Θεός, ότι και από τα παιδιά σου που εσύ γέννησες θα πάρουν, και θα τους κάνουν ευνούχους στον οίκο του βασιλιά των Βαβυλωνίων». Ο προφήτης βέβαια έχει αποσταλεί από τον Θεό, όμως, όταν στην αρχή συνάντησε τον Εζεκία, προσποιείται ότι του μιλά σαν να έχει έρθει με δική του πρωτοβουλία. Γι' αυτό λοιπόν λέει: «Τι λένε αυτοί οι άνθρωποι;» Και ο λόγος του διατυπώθηκε με πολύ ήθος. Διότι οι Βαβυλώνιοι είχαν φτάσει, σπεύδοντας ίσως, όπως είπα, να μάθουν την αιτία της προς τα πίσω κίνησης του ηλίου, και για ποιον λόγο συνέβη αυτό το τόσο ξακουστό σημείο. Αυτός όμως, αν και θα έπρεπε μάλλον, όπως είπα, να τους διηγηθεί τη θεία μεγαλειότητα και το ότι στα προστάγματά του Θεού η κτίση υποχωρεί, τους έδειξε τον οίκο των θυμιαμάτων και του θησαυροφυλακίου. Γι' αυτό τον λόγο ρωτά ο προφήτης γιατί ήρθαν και τι του είπαν. Εκείνος όμως δεν του απάντησε απολύτως τίποτα γι' αυτό;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες