Ἐγὼ Ἰερεμίᾳ τὴν βακτηρίαν τὴν καρυΐνην ἔδειξα· ἐγὼ Ζαχαρίᾳ τὴν λυχνίαν ἐζωγράφησα τὴν χρυσῆν· ἐγὼ τὸν ἄτμητον λίθον τῷ Δανιὴλ ὑπέδειξα· ἐγὼ τῷ Ἰωνᾷ τοῦ κήτους τὴν κοιλίαν ἐπλάτυνα· ἐμὲ τῶν χερουβὶμ ἡνίοχον Ἰεζεκιὴλ ὁ μέγας ἐθεάσατο· ἐγὼ τὸ πολυθρύλητον Ἠσαΐου εἰμὶ πρόβατον. «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις;» Πρόσσχες ποῦ τὰ τόξα τείνεις· «Ἐμοὶ γὰρ ὁ οὐρανὸς θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον.» Ποῦ τὰ βέλη πέμπεις; «Ἐγὼ γὰρ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί.» Πρὸς τίνα βάλλεις τοὺς λίθους; Ἐγὼ «ἐμέτρησα τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί.» Κατὰ τίνος τὴν γλῶσσαν ὁπλίζεις; Ἐγὼ τῶν μογιλάλων τρανῶ τὰς γλώσσας, ἐγὼ δύσκωφον ἐποίησα 〈καὶ〉 κωφόν, ἐγὼ βλέποντα καὶ τυφλὸν ἐκεράμευσα. Ὅρα τίνα πλάνον καλεῖς· «Ἐγὼ ὁράσεις ἐπλήθυνα καὶ ἐν χερσὶν προφητῶν ὡμοιώθην.» «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις;» Ἐμὲ γὰρ ὁ Δαυὶδ ψάλλει, σὺ δὲ λοιδορεῖς· ἐκεῖνος ὑμνεῖ, σὺ δὲ βλασφημεῖς· ἐκεῖνος κιθαρίζει, σὺ δὲ λακτίζεις· ἐκεῖνος τινάσσει τὰς χορδάς, σὺ δὲ τοῖς ὅπλοις κέχρησαι. «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις;» Τί με τοῖς ἐμοῖς πολεμεῖς, τοῦ νόμου προασπίζεις καὶ κατ᾽ ἐμοῦ στρατεύεις, δι᾽ ἐμὲ τρέχεις καὶ τοὺς ἐμοὺς κολάζεις; Τὴν ἐμὴν δόξαν ἐκδικεῖς, ἀλλ᾽ ἀγνοεῖς τὸ πόθεν ἅψασθαι χρὴ τῆς μάχης, πόθεν ἥκει συγκροτῆσαι πόλεμον.»
Μετάφραση
Εγώ έδειξα στον Ιερεμία την καρυδένια ράβδο. Εγώ απεικόνισα στον Ζαχαρία τη χρυσή λυχνία. Εγώ υπέδειξα στον Δανιήλ τον αλατόμητο λίθο. Εγώ πλάτυνα την κοιλιά του κήτους για τον Ιωνά. Εμένα είδε ο μέγας Ιεζεκιήλ ως ηνίοχο των Χερουβίμ. Εγώ είμαι το πολυθρύλητο πρόβατο του Ησαΐα. «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;» Πρόσεξε πού τεντώνεις τα τόξα σου. «Διότι για εμένα ο ουρανός είναι θρόνος και η γη υποπόδιο.» Πού στέλνεις τα βέλη; «Διότι εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας μέσα σε εμένα.» Προς ποιον ρίχνεις τους λίθους; Εγώ «μέτρησα με το χέρι το νερό και τον ουρανό με τη σπιθαμή και όλη τη γη με τη χούφτα μου.» Εναντίον ποιου οπλίζεις τη γλώσσα σου; Εγώ κάνω καθαρές τις γλώσσες των βραδυγλώσσων, εγώ έπλασα τον βαρύκοο και τον κωφό, εγώ ως κεραμέας διαμόρφωσα αυτόν που βλέπει και τον τυφλό. Δες ποιον αποκαλείς πλάνο. «Εγώ πλήθυνα τις οράσεις και μέσω των προφητών παρομοιάστηκα.» «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;» Διότι εμένα ψάλλει ο Δαβίδ, εσύ όμως με χλευάζεις. Εκείνος με υμνεί, εσύ όμως με βλασφημείς. Εκείνος παίζει την κιθάρα, εσύ όμως κλωτσάς. Εκείνος κρούει τις χορδές, εσύ όμως χρησιμοποιείς τα όπλα. «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;» Γιατί με πολεμάς με τα δικά μου, υπερασπίζεσαι τον νόμο και εκστρατεύεις εναντίον μου, για εμένα αγωνίζεσαι και τους δικούς μου τιμωρείς; Υπερασπίζεσαι τη δική μου δόξα, αλλά αγνοείς το πώς πρέπει να αρχίσεις τη μάχη, από πού αρμόζει να συγκροτήσεις πόλεμο.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες