Οὐκ ἦν ὁ κατακορέσαι δυνάμενος τοῖς εἰς ἀλήθειαν δόγμασι τοὺς ἐρῶντας αὐτῆς. Ἐξηράνθη τοίνυν ἡ γλῶσσα αὐτῶν ὑπὸ δίψης. Ἀλλ᾽ ἐγὼ ὑπακούσομαι αὐτῶν, φησὶν ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ, καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτούς. Κατηλέησε γὰρ τὴν τῶν πλανωμένων πληθὺν, καὶ οὐκ ἀφῆκεν αὐτὴν ἐν ἐνδείᾳ τῶν ἄνωθεν χαρισμάτων, ἐνέπλησε δὲ μᾶλλον, καὶ τίνα δὴ τρόπον, διὰ τῶν ἐφεξῆς εὖ μάλα διατρανοῖ. <Ἀλλ᾽ ἀνοίξω ἐπὶ τῶν ὀρέων ποταμοὺς, καὶ ἐν μέσῳ τῶν πεδίων πηγάς· ποιήσω τὴν ἔρημον εἰς ἕλη, καὶ τὴν διψῶσαν γῆν ἐν ὑδραγωγοῖς. Θήσω εἰς τὴν ἄνυδρον γῆν κέδρον, καὶ πύξον, καὶ μυρσίνην, καὶ κυπάρισσον, καὶ λεύκην· ἵνα ἴδωσι καὶ γνῶσι, καὶ ἐννοηθῶσι, καὶ ἐπιστῶνται ἅμα, ὅτι χεὶρ Κυρίου ἐποίησε ταῦτα πάντα, καὶ ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραὴλ κατέδειξε.> Ἔρημόν τε καὶ ἄνυδρον εἶναί φησι τὴν τῶν ἐθνῶν χώραν. Ἔρημον μὲν διάτοι τὸ ἐψιλῶσθαι τρόπον τινὰ, καὶ φυτῶν ἐρήμην εἶναι τῶν εὐθαλεστάτων, νοητῶν δὲ δηλονότι· ἀκάνθης δὲ μόνης ὁρᾶσθαι τροφὸν, καὶ ξύλων ἀγρίων μητέρα, καὶ ὅσα πυρὶ πρὸς τὸ δαπανᾶσθαι χρήσιμον. Ταῦτα τὰ ἔθνη ποτὲ ἐκαρποφόρει, ἀλλὰ τοῖς πάλαι δεδιψηκόσι φησίν· Ἀνοίξω μὲν ἐπὶ τῶν ὀρέων ποταμοὺς, ἄνδρας ἁγίους δηλονότι τοὺς τὸν θεῖον, καὶ ἄνωθεν καταπλουτήσαντας λόγον, καὶ ποταμίων ναμάτων δίκην τοῖς διψῶσιν ἐκχέοντας, καὶ οἷον ἀναπηγάζοντας.
Μετάφραση
Δεν υπήρχε κανείς που να μπορεί να χορτάσει με τα δόγματα της αλήθειας εκείνους που την ποθούσαν. Ξεράθηκε, λοιπόν, η γλώσσα τους από τη δίψα. Αλλά εγώ θα τους εισακούσω, λέει ο Θεός του Ισραήλ, και δεν θα τους εγκαταλείψω. Διότι σπλαχνίστηκε το πλήθος των πλανεμένων, και δεν το άφησε στην έλλειψη των άνωθεν χαρισμάτων, αλλά μάλλον το χόρτασε, και με ποιον ακριβώς τρόπο, το διασαφηνίζει πολύ καλά με τα όσα ακολουθούν: <Αλλά θα ανοίξω πάνω στα όρη ποταμούς, και στο μέσο των πεδιάδων πηγές· θα κάνω την έρημο λίμνες, και τη διψασμένη γη υδραγωγεία. Θα φυτέψω στην άνυδρη γη κέδρο, και πυξάρι, και μυρτιά, και κυπαρίσσι, και λεύκα· για να δουν και να γνωρίσουν, και να εννοήσουν, και να καταλάβουν συγχρόνως, ότι το χέρι του Κυρίου τα έκανε όλα αυτά, και ο Άγιος του Ισραήλ τα υπέδειξε.> Έρημη και άνυδρη ονομάζει τη χώρα των εθνών. Έρημη μεν επειδή είχε απογυμνωθεί κατά κάποιον τρόπο, και ήταν έρημη από τα πιο εύθαλη φυτά, τα νοητά βεβαίως· και φαινόταν ότι τρέφει μόνο αγκάθια, και ότι ήταν μητέρα άγριων δέντρων, και όσων είναι κατάλληλα για να καταναλωθούν από το πυρ. Αυτά καρποφορούσαν κάποτε τα έθνη, αλλά για εκείνους που άλλοτε διψούσαν λέει: Θα ανοίξω πάνω στα όρη ποταμούς, δηλαδή αγίους άνδρες που έχουν πλουτίσει από τον θείο και άνωθεν λόγο, και που τον εκχέουν και τον αναβλύζουν σαν ποτάμια νάματα σε όσους διψούν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες