Οὐκοῦν κἂν εὖ ποιήσατε καὶ κακώσατε. Εἰ δὲ τούτων δύνασθε δρᾷν οὐδὲν, λοιπὸν ὀψόμεθα, τοῦτ᾽ ἔστιν, εὔκολον ἰδεῖν, πόθεν ἐστὲ ὑμεῖς, καὶ πόθεν ἡ ἐργασία ὑμῶν· ἐστὲ γὰρ ἐκ γῆς βδέλυγμα πεποιημένον. Ἢ γὰρ ἐκ ξύλου φέρε εἰπεῖν τὸ εἴδωλον γένοιτ᾽ ἂν, ἢ λίθου λαμπροῦ καὶ ἐξειλεγμένου, ἤγουν ἐξ ἑτέρας ὕλης· ταῦτα δὲ πάντα ἐστὶν ἐκ γῆς. Δεῖ δὲ οἶμαι καταθαυμάσαι τοὺς τῶν εἰδώλων προσκυνητὰς, εἰ μηδὲ ἐκεῖνο ἐγνώκασι παρ᾽ αὐτῶν, τὸ, ὅποι ποτὲ καταλήξει τὰ πράγματα αὐτοῖς. Οὐ γὰρ ἔγνωσαν, ἢ προειρήκασιν ὡς αὐτοῖς τεμένεσι κατεμπρησθήσονται, κείσονται δὲ καὶ εἰς γέλωτα κατὰ καιροὺς καὶ αὐτοῖς τοῖς πάλαι πεπλανημένοις. <Ἐγὼ δὲ ἤγειρα τὸν ἀπὸ βοῤῥᾶ, καὶ τὸν ἀφ᾽ ἡλίου ἀνατολῶν· κεκλήσονται τῷ ὀνόματί μου.> Ὁ μὲν γὰρ τῶν ἀκαθάρτων εἰδώλων ἐσμὸς, ἐπείπερ ἦσαν ἕτερον οὐδὲν, πλὴν ὅτι μόνον ξύλα τε καὶ λίθοι, πεπλανήκασι τοὺς ἠπατημένους. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς παντελῶς οὐδὲν ἢ τῶν πρώτων ἢ τῶν ἐσχάτων, οὔτε μὴν εὖ πεποιήκασί τινας, ἤγουν κακῶσαι δεδύνηνται. Ἐγὼ δὲ, φησὶν, ἐπείπερ ἀγαθός εἰμι Θεὸς, βεβούλημαι πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. Σέσωκα τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν, ἐν ἴσῳ τοῖς τεθνεῶσι κειμένους ἤγειρα πολλούς. Καὶ τίνες ἂν εἶεν οὗτοι διδάσκει λέγων· Τὸν ἀπὸ βοῤῥᾶ, καὶ τὸν ἀφ᾽ ἡλίου ἀνατολῶν, τοῦτ᾽ ἔστι, τὸν λαὸν τὸν ἐξ ἐθνῶν.
Μετάφραση
Επομένως, κάντε έστω κάποιο καλό ή κακό. Εάν όμως δεν μπορείτε να πράξετε τίποτα από αυτά, τότε θα δούμε, δηλαδή είναι εύκολο να διαπιστώσουμε, από πού προέρχεστε εσείς και από πού προέρχεται το έργο σας· διότι είστε βδέλυγμα κατασκευασμένο από τη γη. Διότι, για παράδειγμα, το είδωλο θα μπορούσε να κατασκευαστεί από ξύλο, ή από λαμπρό και εκλεκτό λίθο, ή από άλλη ύλη· όλα αυτά όμως προέρχονται από τη γη. Πρέπει δε, νομίζω, να απορήσει κανείς με τους προσκυνητές των ειδώλων, που ούτε καν αυτό δεν έμαθαν από αυτά, το πού δηλαδή θα καταλήξουν τα πράγματα γι' αυτούς. Διότι ούτε γνώρισαν ούτε προείπαν ότι θα κατακαούν μαζί με τους ναούς τους, και θα αποτελούν κατά καιρούς περίγελο ακόμα και για εκείνους που παλαιότερα είχαν πλανηθεί από αυτά. <Εγώ όμως ήγειρα εκείνον από τον βορρά, και εκείνον από την ανατολή του ηλίου· θα ονομαστούν με το όνομά μου.> Διότι το σμήνος των ακάθαρτων ειδώλων, επειδή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μόνο ξύλα και λίθοι, πλάνησαν τους εξαπατημένους. Και δεν τους ανήγγειλαν απολύτως τίποτα, ούτε από τα πρώτα ούτε από τα έσχατα, ούτε βεβαίως έκαναν καλό σε κανέναν, αλλά ούτε και μπόρεσαν να κάνουν κακό. Εγώ όμως, λέει, επειδή είμαι αγαθός Θεός, θέλησα να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας. Έσωσα την οικουμένη, και ανέστησα πολλούς που κείτονταν όμοια με τους νεκρούς. Και ποιοι είναι αυτοί το διδάσκει λέγοντας: Εκείνον από τον βορρά, και εκείνον από την ανατολή του ηλίου, δηλαδή τον λαό που προέρχεται από τα έθνη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες