Αὕτη δὴ οὖν ἡ κατάβασις Χριστοῦ ἡ ἐν τῷ ᾅδῃ καὶ ἡ παρουσία καὶ τὸ κήρυγμα, πῶς γέγονε; Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε, ἀλλ’ οὔτε ἰδεῖν δύναται. Πάλιν τε τὸ πανάγιον σῶμα Χριστοῦ ἐν τῷ θανάτῳ αὐτοῦ ἐν τῷ μνήματι ἄνω ἐπὶ γῆς ἔκειτο. Πῶς οὖν ὁ ᾅδης ἐσκυλεύθη; Ποίαν μορφὴν οἱ πυλωροὶ τοῦ ᾅδου ἰδόντες ἔφριξαν; Τίς τὰς ἀπ’ αἰῶνος δεσμίους ψυχὰς τῶν κεκοιμημένων ἀνθρώπων ἐπεσκέψατο; Πρόδηλον ὅτι ἡ πανάχραντος τοῦ δεσπότου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ψυχὴ τὰς ὁμοουσίους αὐτῆς ψυχὰς τὰς λογικὰς ἐπεσκέψατο· αὕτη πρὸς αὐτὰς κατελήλυθε σύνθεος, αὕτη τὸ δεσμωτήριον ἐσκύλευσεν, αὕτη τὸν τύραννον ἔδησε καὶ τοὺς δεσμίους ἀπέλυσε, βοήσασα τοῖς ἐν δεσμοῖς «Ἐξέλθατε», ὡς τόπον ἀναπληροῦσα τελείου ἀνθρώπου τοῦ ἐκ ψυχῆς συνισταμένου καὶ σώματος, λογιστικῶς τε ὡς λογικὴ καὶ θελητικῶς καὶ ἐνεργητικῶς ἐν τῷ ᾅδῃ κηρύττουσα καὶ ἐπιτρέπουσα καὶ σκυλεύουσα, ἡ νοερὰ τὰς νοερὰς ἐπιβλέψασα ψυχὴ τὰς ψυχάς, ἡ λογικὴ τὰς λογικάς, ἡ ζωτικὴ τὰς ζωτικάς, ἡ ἀθάνατος τὰς ἀθανάτους, ἡ ἐνεργητικὴ τὰς ἐνεργητικάς, ἡ ἐνθελὴς τὰς θελητικάς. Πῶς γὰρ ἂν καὶ ἐδέξαντο τὸ τῆς ἁγίας ψυχῆς κήρυγμα, εἰ μὴ διὰ τῆς νοερᾶς αὐτῶν λογικῆς θελήσεως; Οὐ γὰρ ἀναγκαστικῶς καὶ ἀκουσίως ἐπίστευσαν καὶ ἐσώθησαν, οὐδ’ ἀπροαιρέτως, ἀλλ’ ἑκουσίως καὶ γνώμῃ θελήσεως καὶ ἐνεργείᾳ συγκαταθέσεως.
Μετάφραση
Αυτή λοιπόν η κάθοδος του Χριστού στον άδη, και η παρουσία Του εκεί και το κήρυγμά Του, πώς έγιναν; Τον Θεό κανείς δεν τον είδε ποτέ· αλλά ούτε και μπορεί να τον δει. Και πάλι, το πανάγιο σώμα του Χριστού, κατά τον θάνατό Του, κειτόταν επάνω στη γη, μέσα στο μνήμα. Πώς λοιπόν σκυλεύθηκε ο άδης; Ποια μορφή είδαν οι πυλωροί του άδη και έφριξαν; Ποιος επισκέφθηκε τις από τους αιώνες δεσμώτιδες ψυχές των κεκοιμημένων ανθρώπων; Είναι φανερό ότι τις ομοούσιες με αυτήν λογικές ψυχές επισκέφθηκε η πανάχραντη ψυχή του Δεσπότη Ιησού Χριστού, του Θεού. Αυτή κατέβηκε προς αυτές ως σύνθεη· αυτή σκύλευσε το δεσμωτήριο· αυτή έδεσε τον τύραννο και ελευθέρωσε τους δεσμίους, φωνάζοντας σε αυτούς που βρίσκονταν στα δεσμά: «Εξέλθετε». Και το έκανε αυτό αναπληρώνοντας τη θέση του τελείου ανθρώπου, που αποτελείται από ψυχή και σώμα, και κηρύττοντας στον άδη και προστάζοντας και σκυλεύοντας λογικώς, ως λογική, αλλά και θελητικώς και ενεργητικώς· αυτή η νοερή ψυχή, αφού επέβλεψε τις νοερές ψυχές, αυτή η λογική τις λογικές, αυτή η ζωτική τις ζωτικές, αυτή η αθάνατη τις αθάνατες, αυτή η ενεργητική τις ενεργητικές, αυτή η ενθελής τις θελητικές. Πώς άλλωστε θα δέχονταν και το κήρυγμα της αγίας ψυχής, αν όχι διά της νοερής, λογικής τους θελήσεως; Διότι δεν πίστεψαν και δεν σώθηκαν αναγκαστικώς και ακουσίως, ούτε χωρίς προαίρεση, αλλά εκουσίως, με γνώμη θελήσεως και με ενέργεια συγκαταθέσεως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως λόγος γʹ.}