Οὕτω δὲ ταχὺ καὶ κούφως ἤρχοντο, τοσαύτην ἔχοντες προθυμίαν εἰς τὸ πολεμεῖν, ὥστε καὶ τῶν τροφῶν ἐπιλανθάνεσθαι καὶ μηδὲ τὰ σιτηρέσια ἀναμένειν, μηδὲ ἀναπαύσεως δεῖσθαι, μηδὲ ἀποτίθεσθαι τὸ τῶν πολεμούντων σχῆμα. Οὗτοι ὥσπερ στερεὰ πέτρα ἐλογίσθησαν καὶ τὰ ἅρματα αὐτῶν ὡς καταιγίδες· ὅμοιοι λέουσι τὴν ἰσχὺν, καὶ σκύμνοις λεόντων τὴν ὁρμήν· ὧν ἡ βοὴ ὡς θαλάσσης κυμαινούσης, ὅτε καὶ οὐδὲν ἄλλο ὁ πολεμούμενος λαὸς ἑώρα, ἀλλ᾽ ἢ σκότος σκληρὸν ἐπὶ τῆς γῆς ...
Μετάφραση
Έρχονταν, λοιπόν, τόσο γρήγορα και ανάλαφρα, έχοντας τόση προθυμία για να πολεμήσουν, ώστε λησμονούσαν ακόμη και τις τροφές τους και ούτε τα σιτηρέσια περίμεναν, ούτε είχαν ανάγκη από ανάπαυση, ούτε απέβαλαν την πολεμική τους περιβολή. Αυτοί λογίστηκαν ως στερεός βράχος και τα άρματά τους ως καταιγίδες· όμοιοι με λέοντες κατά τη δύναμη, και με σκύμνους λεόντων κατά την ορμή· η βοή τους ήταν σαν της κυματισμένης θάλασσας, όταν πλέον ο λαός που δεχόταν την επίθεση δεν έβλεπε τίποτε άλλο, παρά μόνο ένα σκληρό σκοτάδι πάνω στη γη...
Περισσότερα
Λεπτομέρειες