Ἀλλ᾽ οὐχ ἡμεῖς τοιοῦτοι. Πόθεν; Οἵγε μεταίρομεν ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν. Παρατεμνόμεθα γῆν, συνάπτομεν οἰκίαν πρὸς οἰκίαν καὶ ἀγρὸν πρὸς ἀγρὸν, ἵνα τοῦ πλησίον ἀφελώμεθά τι. Οἶδε τὰ κήτη τὴν ἀφωρισμένην αὐτοῖς παρὰ τῆς φύσεως δίαιταν, τὴν ἔξω τῶν οἰκουμένων χωρίων κατείληφε θάλασσαν, τὴν ἐρήμην νήσων, ᾗ μηδεμία πρὸς τὸ ἀντιπέρας ἀντικαθέστηκεν ἤπειρος. Διόπερ ἄπλους ἐστὶν, οὔτε ἱστορίας, οὔτε τινὸς χρείας κατατολμᾶν αὐτῆς τοὺς πλωτῆρας ἀναπειθούσης.
Μετάφραση
Αλλά εμείς δεν είμαστε τέτοιοι. Από πού κι ως πού; Αφού εμείς μετακινούμε αιώνια όρια, τα οποία έθεσαν οι πατέρες μας. Αποσπούμε γη, συνενώνουμε σπίτι με σπίτι και αγρό με αγρό, για να αφαιρέσουμε κάτι από τον πλησίον μας. Τα κήτη γνωρίζουν τον καθορισμένο από τη φύση χώρο διαβίωσής τους, έχουν καταλάβει τη θάλασσα που βρίσκεται έξω από τις κατοικημένες περιοχές, εκείνη που είναι έρημη από νησιά και στην οποία καμία ήπειρος δεν ορθώνεται στην απέναντι πλευρά. Γι' αυτόν τον λόγο παραμένει αταξίδευτη, καθώς ούτε η διάθεση για εξερεύνηση ούτε κάποια άλλη ανάγκη παρακινεί τους ναυτικούς να αποτολμήσουν τη διάπλους της.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες