Ἀπόκρισις ἡμῶν πρὸς αὐτούς. Καὶ γὰρ τῶν ὁμολογουμένων ἐστίν, ἐὰν μία φύσις ἐστὶν ὁ Χριστὸς καὶ αὕτη πᾶσα θεότης γνωρίζεται, ὡς οὐ δύναται ὅλως μείωσίν τινα ἢ ἔλλειψιν ἢ ὑφαίρεσιν ἢ διάζευξιν ἢ ἐλάττωσιν ἢ ἀναπλήρωσιν παθεῖν· ἡ γὰρ θεία φύσις ἀεὶ καὶ εἰς τὸν αἰῶνα ὁμοίως καὶ ἀνελλιπῶς, καὶ ἀμειώτως ἡ αὐτὴ ὑπάρχε μήτε ἔλλειψιν, μήτε προσθήκην παθεῖν δυναμένη, ἀλλ’ ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ καὶ πράγματι ὁμοία καὶ σώα καὶ ἀνελλιπὴς τυγχάνουσα· εἰ οὖν φύσις Χριστοῦ καὶ ἐνέργεια μία καὶ αὕτη θεία, ὀφείλει πάντως ὁ Χριστὸς ἐν παντὶ τόπῳ ὅμοιος καὶ ἀνελλιπὴς εὑρίσκεσθαι ὡς θεός. Δεῦρό μοι λοιπόν, ὦ αἱρετικέ, καὶ <ἀμφοῖν τοῖν ποδοῖν> ἀκολούθει μοι ἐν τέτταρσί τισι τόποις ἐν τῷ πάθει τοῦ Χριστοῦ, λέγω δὴ νεκροῦ αὐτοῦ τυγχάνοντος ἐν τῷ μνήματι τοῦ Ἰωσήφ, εἶτα ἀπὸ τοῦ μνήματος ἐλθέ μοι ἐπὶ τὸν ᾅδην, καὶ ἀπὸ τοῦ ᾅδου ἄγωμεν ἐπὶ τὸν παράδεισον, καὶ ἀπὸ τοῦ παραδείσου πάλιν ἐλθὲ ἐκτὸς τοῦ τάφου ἐν τῷ κήπῳ, ἔνθα αὐτὸν ἐθεάσατο ἐν σχήματι κηπουροῦ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία. Εἰ γὰρ μόνη θεότης ἐστὶν ὁ Χριστός, ὡς λέγετε, ὅμοιος καὶ ἀνελλιπὴς ἐν παντὶ τόπῳ ὡς θεὸς εὑρίσκεται· ἀνελλιπὲς γὰρ τὸ θεῖον. Καὶ πῶς λοιπὸν ἐν τῷ τάφῳ ἐλλιπής ἐστιν ὁ Χριστὸς ψυχῆς νοερᾶς χωρισθείσης ἐξ αὐτοῦ, ἡνίκα εἶπε· Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου; Κατέλθωμεν καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ καὶ ἴδωμεν ἐκεῖ Χριστόν, πῶς σκυλεύει τὸ δεσμωτήριον. Ἐρωτήσωμεν τὸν Ἀδάμ, ἐρωτήσωμεν τὰ σώματα καὶ τὰ στόματα τῶν ἀναστάντων ἁγίων, ὅπως εἴπωσιν ἡμῖν, πῶς ἑωράκασιν ἐν τῷ ᾅδῃ Χριστόν, ποίῳ σώματι, ποίᾳ φύσει, ποίᾳ μορφῇ ἦλθε καὶ κατῆλθεν ἐν τοῖς καταχθονίοις, πῶς ἐν ἴχνεσιν ἀβύσσου περιεπάτησε, ποίᾳ φύσει ἠνοίγησαν φόβῳ πύλαι θανάτου, ποίαν ἰδέαν ἰδόντες οἱ πυλωροὶ τοῦ ᾅδου ἔφριξαν; Ἆρα τὴν θείαν φύσιν ἑωράκασιν γυμνήν; Ἄπαγε. Θεὸν γὰρ οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. Ἀλλὰ τί; Ἆρα τὴν σάρκα τοῦ δεσπότου ἐθεάσαντο; Οὐδαμῶς. Αὕτη γὰρ ἔνθεος ἐν τῷ τάφῳ νεκρὰ καὶ ἀκίνητος ἔκειτο. Οὐκοῦν ἐν μὲν τῷ σταυρῷ, καθώς φησιν ὁ προφήτης, Εἴδομεν Χριστόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος σωματικόν, οὐδὲ κάλλος· ἀλλὰ τὸ εἶδος τοῦ σώματος αὐτοῦ ἄτιμον, ἐκλεῖπον παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Ἐν δὲ τῷ τάφῳ εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχε ψυχήν, οὔτε ἀνθρώπου πνεῦμα. Ἐν δὲ τῷ ᾅδῃ εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχε σῶμα, οὔτε αἷμα, οὔτε ὀστᾶ, οὔτε πάχος, οὔτε ὑλικὸν εἶδος, ἀλλὰ μόνην ψυχὴν νοερὰν ἔνθεον σώματος κεχωρισμένην. Ἐν δὲ τῷ παραδείσῳ σὺν τῷ λῃστῇ εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν οὔτε ψυχήν, οὔτε σῶμα, ἀλλὰ μόνῃ τῇ θεότητι τῇ πανταχοῦ παρούσῃ συμπαρῆν τῷ λῃστῇ, ὥσπερ καὶ πρότερον τῷ Ἀδὰμ γυμνὸς καὶ ἀσώματος συμπαρῆν ὁ θεός, ὡς μόνος οἶδεν αὐτός, ὁρώμενος αὐτῷ καὶ μένων ἀόρατος. Αὖθίς τε μετὰ τὴν τριήμερον ταφὴν εἴδομεν Χριστὸν ἀναστάντα καὶ εἰς ἑαυτόν, ὡς Γρηγόριός φησιν, ἐπανελθόντα καὶ πάλιν σῶμα καὶ ψυχὴν καὶ νοῦν καὶ θεὸν ἅμα τυγχάνοντα καὶ τῇ Μαρίᾳ ἐν τῷ κήπῳ πρώτῃ ὁραθέντα.
Μετάφραση
Η δική μας απόκριση προς αυτούς Διότι είναι και αυτό ένα από τα ομολογημένα: εάν ο Χριστός είναι μία φύση, και αυτή αναγνωρίζεται ως ολόκληρη θεότητα, τότε δεν είναι δυνατόν να υποστεί καθόλου κάποια μείωση ή έλλειψη ή αφαίρεση ή διάζευξη ή ελάττωση ή αναπλήρωση· επειδή η θεία φύση είναι πάντοτε και στους αιώνες η ίδια, εξίσου και αδιαλείπτως, και αμειώτως υπάρχουσα, χωρίς να μπορεί να υποστεί ούτε έλλειψη ούτε προσθήκη, αλλά σε κάθε χρόνο και τόπο και πράγμα είναι όμοια, σώα και αδιάλειπτη. Εάν λοιπόν μία είναι η φύση του Χριστού και μία η ενέργειά του, και αυτή θεία, τότε ο Χριστός οφείλει οπωσδήποτε να βρίσκεται σε κάθε τόπο όμοιος και αδιάλειπτος ως Θεός. Έλα λοιπόν εδώ, ω αιρετικέ, και ακολούθησέ με με τα δυο σου πόδια σε τέσσερις τόπους του πάθους του Χριστού· εννοώ όταν αυτός ήταν νεκρός στο μνήμα του Ιωσήφ. Έπειτα, από το μνήμα έλα μαζί μου στον άδη· και από τον άδη ας πάμε στον παράδεισο· και από τον παράδεισο πάλι έλα έξω από τον τάφο, στον κήπο, όπου τον είδε η Μαγδαληνή Μαρία με μορφή κηπουρού. Διότι, εάν ο Χριστός είναι μόνο θεότητα, όπως λέγετε, τότε βρίσκεται σε κάθε τόπο όμοιος και αδιάλειπτος ως Θεός· γιατί το θείο είναι αδιάλειπτο. Και πώς λοιπόν στον τάφο είναι ο Χριστός ελλιπής, αφού χωρίσθηκε από αυτόν η νοερά ψυχή, όταν είπε: «Πάτερ, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου»; Ας κατεβούμε και στον άδη και ας δούμε εκεί τον Χριστό, πώς σκυλεύει το δεσμωτήριο. Ας ρωτήσουμε τον Αδάμ, ας ρωτήσουμε τα σώματα και τα στόματα των αγίων που αναστήθηκαν, για να μας πουν πώς είδαν στον άδη τον Χριστό: με ποιο σώμα, με ποια φύση, με ποια μορφή ήλθε και κατέβηκε στα καταχθόνια· πώς περπάτησε στα ίχνη της αβύσσου· με ποια φύση άνοιξαν από φόβο οι πύλες του θανάτου· ποια μορφή είδαν και έφριξαν οι πυλωροί του άδη; Άραγε είδαν γυμνή τη θεία φύση; Μη γένοιτο. Διότι Θεό κανείς δεν είδε ποτέ. Αλλά τι λοιπόν; Άραγε αντίκρισαν τη σάρκα του Δεσπότη; Καθόλου. Διότι αυτή, αν και θεοφόρος, κειτόταν στον τάφο νεκρή και ακίνητη. Λοιπόν, επάνω στον σταυρό, καθώς λέει ο προφήτης, είδαμε τον Χριστό, και δεν είχε σωματικό είδος ούτε κάλλος· αλλά το είδος του σώματός του ήταν άτιμο, εκλείπον σε σχέση με τους υιούς των ανθρώπων. Μέσα δε στον τάφο τον είδαμε, και δεν είχε ψυχή ούτε πνεύμα ανθρώπου. Μέσα δε στον άδη τον είδαμε, και δεν είχε σώμα ούτε αίμα ούτε οστά ούτε πάχος ούτε υλικό είδος, αλλά μόνη νοερά, θεοφόρο ψυχή, χωρισμένη από το σώμα. Μέσα δε στον παράδεισο, μαζί με τον ληστή, τον είδαμε, και δεν είχε ούτε ψυχή ούτε σώμα, αλλά μόνο με τη θεότητά του, που είναι παντού παρούσα, ήταν μαζί με τον ληστή, όπως και πρωτύτερα ο Θεός ήταν μαζί με τον Αδάμ γυμνός και ασώματος, όπως μόνο ο ίδιος γνωρίζει, ορώμενος από εκείνον και μένοντας αόρατος. Και πάλι, μετά την τριήμερη ταφή, είδαμε τον Χριστό να έχει αναστηθεί και να έχει επιστρέψει στον εαυτό του, όπως λέει ο Γρηγόριος, και πάλι να είναι μαζί σώμα και ψυχή και νους και Θεός, και να έχει φανεί πρώτα στη Μαρία μέσα στον κήπο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιγʹ Συζήτησις περὶ τῶν χρήσεων τῶν πατέρων, ὧν προφέρουσιν ἡμῖν οἱ σευήρου κατὰ τῆς συνόδου Χαλκηδόνος, καὶ ἐπίλυσις αὐτῶν εὐσεβής