Αὐτὸς δὲ ἔλεγε· «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγξει με περὶ ἁμαρτίας;», Ἠσαΐας δὲ προέλεγεν, «Ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ», μᾶλλον δὲ «καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ» καὶ «ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν» καὶ ἁμαρτίας πολλῶν ἀνήνεγκε καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν παρεδόθη, αὐτοὶ δὲ ἔλεγον· «ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι <ὁ> ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστι». Βουλόμενος δὲ ὁ Κύριος διδάξαι κἀκείνους καὶ ἡμᾶς μὴ ἄλλους τινάς, ἀλλ’ ἡμᾶς αὐτοὺς ὀνομάζειν ἁμαρτωλούς, ἔλεγεν· «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου» (δηλαδὴ τὴν Δευτέραν, ὥσπερ καὶ ἡ Κυριακὴ μία λέγεται τῶν σαββάτων) «ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ταῦτα γὰρ ὁ Φαρισαῖος εὐχόμενος ἀληθῆ μὲν ἔλεγεν—οὐ γὰρ ἐτόλμα λέγειν τῷ Θεῷ ψευδῆ, ἅτινα οὐκ εἶχε κατορθώματα—, ἀλλὰ τάχα θαρρῶν ὅτι ἅπερ λέγει ἀληθῆ εἰσιν, ἵστατο μεγαλοφώνως εὐχαριστῶν τῷ Θεῷ.
Μετάφραση
Αυτός όμως έλεγε: «Ποιος από εσάς μπορεί να με ελέγξει για αμαρτία;». Ο Ησαΐας πάλι προφήτευε: «Αμαρτία δεν έπραξε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του», και μάλιστα «και όπως ο αμνός είναι άφωνος μπροστά σε αυτόν που τον κουρεύει, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του» και «τραυματίστηκε για τις ανομίες μας και ταλαιπωρήθηκε για τις αμαρτίες μας» και σήκωσε τις αμαρτίες πολλών και παραδόθηκε για τις αμαρτίες μας, αυτοί όμως έλεγαν: «Εμείς ξέρουμε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός». Επειδή ο Κύριος ήθελε να διδάξει και εκείνους και εμάς να μην αποκαλούμε αμαρτωλούς κάποιους άλλους, αλλά τους ίδιους μας τους εαυτούς, έλεγε: «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν, ο ένας Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν μέσα του τα εξής: Θεέ μου, σε ευχαριστώ που δεν είμαι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή ακόμα και σαν αυτόν τον τελώνη· νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα» (δηλαδή τη Δευτέρα, όπως ακριβώς και η Κυριακή ονομάζεται μία των σαββάτων) «και δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ». Αυτά, βέβαια, ο Φαρισαίος καθώς τα έλεγε στην προσευχή του ήταν αληθινά —διότι δεν τολμούσε να πει ψέματα στον Θεό για κατορθώματα που δεν είχε—, αλλά, έχοντας ίσως το θάρρος ότι όσα λέει είναι αληθινά, στεκόταν και ευχαριστούσε τον Θεό μεγαλόφωνα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες