Διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου, καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἰσάγαγε εἰς τὸν οἶκόν σου· ἐὰν ἴδῃς γυμνόν, περίβαλε, καὶ ἀπὸ τῶν οἰκείων τοῦ σπέρματός σου οὐχ ὑπερόψῃ. Τότε βοήσῃ, καὶ ὁ θεὸς εἰσακούσεταί σου· ἔτι λαλοῦντός σου ἐρεῖ· Ἰδοὺ πάρειμι.〉 Γενοῦ τοιοῦτος, ἄνθρωπε, καὶ δύνῃ λέγειν· 〈Ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσέ μου ὁ θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου.〉 Ἐξέκραξεν ὁ πηλὸς καὶ εἰσήκουσεν ὁ κεραμεύς· ἐπεκαλέσατο ἡ γῆ καὶ ἐπήκουσεν ὁ οὐρανός. Εἰρηκὼς τοίνυν ὁ Δαυὶδ τοῖς πλησίον ὅπως ταχέως εἰσηκούσθη, τρέπει τὸν λόγον πρὸς τὸν θεὸν καὶ τῷ εἰσακούσαντι εὐχαριστεῖ λέγων· 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Ἐπλάτυνε δὲ αὐτῷ ὁ θεὸς κατὰ δύο τρόπους, καὶ ὅτι εἰσήκουσε καὶ ὅτι ταχέως αὐτοῦ ἐπήκουσεν. Ὥσπερ γὰρ τὸ μὴ ταχέως εἰσακουσθῆναι θλίψις ἐστὶ καὶ ἥμισυ χάριτος, οὕτω τὸ ταχέως εἰσακουσθῆναι πλατύτης καὶ διπλῆ χάρις.
Μετάφραση
«Μοίραζε τον άρτο σου σε εκείνον που πεινά, και οδήγησε στο σπίτι σου φτωχούς άστεγους· εάν δεις γυμνό, ντύσε τον, και μην παραβλέψεις τους οικείους της γενιάς σου. Τότε θα φωνάξεις, και ο Θεός θα σε εισακούσει· ενώ ακόμη θα μιλάς, θα πει: Ιδού, είμαι παρών». Γίνε τέτοιος, άνθρωπε, και θα μπορείς να λες: «Όταν τον επικαλέστηκα, με εισάκουσε ο Θεός της δικαιοσύνης μου». Έκραξε ο πηλός και εισάκουσε ο κεραμέας· επικαλέστηκε η γη και άκουσε ο ουρανός. Αφού λοιπόν ο Δαβίδ είπε στους πλησίον του πόσο γρήγορα εισακούστηκε, στρέφει τον λόγο προς τον Θεό και ευχαριστεί Εκείνον που τον εισάκουσε, λέγοντας: «Στη θλίψη μου έδωσες άνεση». Και του έδωσε άνεση ο Θεός με δύο τρόπους, και επειδή τον εισάκουσε και επειδή τον άκουσε γρήγορα. Διότι, όπως ακριβώς το να μην εισακουστεί κανείς γρήγορα είναι θλίψη και μισή χάρη, έτσι και το να εισακουστεί γρήγορα είναι άνεση και διπλή χάρη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες