Βασιλεὺς οὖν καὶ ὡς δίκαιος ἀνθῶν κατὰ φοίνικα καὶ ὡς ἡ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πεπυκασμένος ταῖς ἀρεταῖς καὶ ὡς ἐλαία τις ἀγλαόκαρπος τοῖς τοῦ Πνεύματος καρποῖς πληθυνόμενος, τί οὐκ ἂν τὸν πατέρα Θεὸν αἰτησάμενος εὐμαρῶς ἐκεῖθεν ἐσεῖται δεξάμενος; οὐκοῦν οὐδ’ ὡς μάτην εὐξάμενος ἀποπεμφθείη κενός, ἀλλ’ ὃ ἂν αἰτήσεται λήψεται, καὶ εἴπῃ ἂν ἔτι τοῦδε λαλοῦντος τὸ θεῖον· „ἰδοὺ πάρειμι“. εἰ δὲ τῶν πάλαι αὐταρχούντων τινές, ὁ μὲν ἀνασχὼν τὼ χεῖρε πρὸς οὐρανόν, ὁ δὲ ἁπλῶς εὐξάμενος, ὁ μὲν δίψει πιεζομένην ἠκέσατο στρατιὰν ὑψόθεν ὕδωρ κατενεγκών, ὁ δὲ σὺν τῷ παῦσαι αὐχμὸν καὶ μύρμηκας εἰς στρατιώτας μετέβαλε, θεοῖς καὶ ταῦτα λατρεύοντες, οἳ οὐκ ἐποίησαν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τί οὐκ ἂν οὐρανόθεν ἐπικαταβαίη αἰτησαμένῳ κοινωφελὲς ἐντρόφῳ εὐσεβείας ἄνακτι καὶ Θεῷ συγγινομένῳ καθ’ ὧραν τῷ εὖ ποιεῖν; πάντως οὐκ ἐκπεσεῖταί τινος.
Μετάφραση
Ο βασιλιάς λοιπόν, ανθίζοντας ως δίκαιος σαν τον φοίνικα, στεφανωμένος με αρετές σαν τον κέδρο του Λιβάνου και πολλαπλασιάζοντας τους καρπούς του Πνεύματος σαν καλλίκαρπη ελιά, τι δεν θα μπορούσε, ζητώντας το από τον Θεό Πατέρα, να λάβει εύκολα από εκείνον; Επομένως, δεν θα αποπεμφθεί με άδεια χέρια σαν να προσευχήθηκε μάταια, αλλά ό,τι ζητήσει θα το λάβει, και ενώ αυτός ακόμη θα μιλά, το θείο θα του πει: «Ιδού, είμαι εδώ». Εάν όμως, κάποιοι από τους παλαιούς μονάρχες, ο μεν υψώνοντας τα χέρια προς τον ουρανό, ο δε απλώς προσευχόμενος, ο ένας έσωσε τον στρατό που βασανιζόταν από τη δίψα κατεβάζοντας νερό από ψηλά, και ο άλλος μαζί με την κατάπαυση της ξηρασίας μετέτρεψε και τα μυρμήγκια σε στρατιώτες, παρότι μάλιστα λάτρευαν θεούς οι οποίοι δεν εποίησαν τον ουρανό και τη γη, τι το κοινωφελές δεν θα κατέβαινε από τον ουρανό, εάν το ζητούσε ένας ηγεμόνας αναθρεμμένος με ευσέβεια και ο οποίος συναναστρέφεται τον Θεό ανά πάσα ώρα μέσω της αγαθοεργίας; Σίγουρα δεν θα στερηθεί τίποτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες