Νόμος μὲν γὰρ ἐδόθη παρὰ Θεοῦ διὰ μέσου τοῦ Μωσέως· ἡ χάρις ἐγένετο, οὐχὶ ἐδόθη, διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐθεντικὸν μὲν τό, «Ἐγένετο,» δουλικὸν δὲ τό, «ἐδόθη.» «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς Υἱός, ὁ ὢν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο.» Ἐπειδὴ εἶπεν, ὅτι «Ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο,» τοῦτο θέλων κατασκευάσαι, φησίν, ὅτι Οὐδὲν ἄπιστον εἴρηκα. Ὁ μὲν γὰρ Μωσῆς οὔτε Θεὸν ἑώρακεν, ὥσπερ οὐδ’ ἄλλος τις, οὔτε εἶχεν ἡμῖν ἐξήγησιν τρανεστάτην καὶ σαφῆ περὶ αὐτοῦ εἰπεῖν· ἀλλὰ δοῦλος ὤν, ὑπηρέτησε μόνον πρὸς τὴν τοῦ νομικοῦ γράμματος διακονίαν. Ὁ δὲ Χριστός, Υἱὸς ὢν καὶ Μονογενής, καὶ ἐν τοῖς κόλποις ὢν τοῖς πατρικοῖς, οὐ μόνον αὐτὸν ὁρᾷ, ἀλλὰ καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐξηγεῖται περὶ αὐτοῦ. Ὥστε ἐπειδὴ Υἱός ἐστι, καὶ τὸν Πατέρα ὁρᾷ, οἷα δὴ ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ ὤν, εἰκότως τὴν χάριν καὶ τὴν ἀλήθειαν ἡμῖν ἔδωκεν. Ἀλλ’ ἐρεῖ τις ἴσως· Πῶς ἐνταῦθα μὲν μανθάνομεν, ὅτι οὐδεὶς ἑώρακε τὸν Θεόν, ὁ δὲ προφήτης λέγει· «Εἶδον τὸν Κύριον;» Εἶδε μὲν ὁ προφήτης, ἀλλ’ οὐκ αὐτὴν τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ ὁμοίωμά τι καὶ φαντασίαν τινά, ὡς ἐχώρει ἰδεῖν. Καὶ ἄλλος πάλιν ἐν ἄλλῳ τύπῳ εἶδε, καὶ ἄλλος ἐν ἄλλῳ. Ὅθεν δῆλον, ὅτι οὐκ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν ἔβλεπον· οὐ γὰρ ἂν ἐν διαφόροις σχήμασιν αὐτὴν ἐθεώρουν ἁπλῆν οὖσαν καὶ ἀσχημάτιστον.
Μετάφραση
Διότι ο μεν νόμος δόθηκε από τον Θεό μέσω του Μωυσή· η χάρη έγινε, δεν δόθηκε, μέσω του Ιησού Χριστού. Το μεν «έγινε» αποτελεί έκφραση αυθεντίας, ενώ το «δόθηκε» έκφραση δούλου. «Κανείς δεν έχει δει ποτέ τον Θεό· ο μονογενής Υιός, ο οποίος βρίσκεται στους κόλπους του Πατέρα, εκείνος τον φανέρωσε». Επειδή είπε ότι «η χάρη και η αλήθεια ήρθαν μέσω του Ιησού Χριστού», θέλοντας να το θεμελιώσει αυτό, λέει: Δεν έχω πει τίποτα το απίστευτο. Διότι ο μεν Μωυσής ούτε τον Θεό είδε, όπως άλλωστε ούτε και κανένας άλλος, ούτε μπορούσε να μας πει μια απολύτως ξεκάθαρη και σαφή εξήγηση για Αυτόν· αλλά, όντας δούλος, υπηρέτησε μόνο στη διακονία του γράμματος του νόμου. Ο Χριστός όμως, όντας Υιός και Μονογενής, και ευρισκόμενος στους πατρικούς κόλπους, όχι μόνο Τον βλέπει, αλλά και μιλά για Αυτόν σε όλους τους ανθρώπους. Ώστε, επειδή είναι Υιός, και βλέπει τον Πατέρα, αφού μάλιστα βρίσκεται στους κόλπους Του, δικαιολογημένα έδωσε σε εμάς τη χάρη και την αλήθεια. Αλλά ίσως πει κάποιος: Πώς εδώ μαθαίνουμε ότι κανείς δεν έχει δει τον Θεό, ενώ ο προφήτης λέει: «Είδα τον Κύριο;» Ο προφήτης μεν είδε, αλλά όχι την ίδια την ουσία, αλλά κάποιο ομοίωμα και κάποια οπτασία, όσο του ήταν δυνατόν να δει. Και άλλος πάλι Τον είδε με άλλο τύπο, και άλλος με άλλο. Από αυτό είναι φανερό ότι δεν έβλεπαν την ίδια την αλήθεια· διότι δεν θα την έβλεπαν σε διάφορα σχήματα, εφόσον αυτή είναι απλή και ασχημάτιστη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες