Καὶ τὰ ἐναντία μὲν οὖν ἐποίουν, Οὐ γὰρ μόνον ἠπίστουν, οὐδὲ μόνον οὐκ ἤκουον, ἀλλὰ καὶ ἐπολέμουν, καὶ σφόδρα ἀηδῶς εἶχον πρὸς τὰ λεγόμενα· ὅπερ τὸν προφήτην εἰσάγει κατηγοροῦντα, τῷ λέγειν, Βαρέως ἤκουσαν. Ἀλλ᾽ οὐ κἀκεῖνοι τοιοῦτοι· διὸ καὶ ἐμακάριζεν αὐτούς. Καὶ ἑτέρωθεν δὲ αὐτοὺς βεβαιοῖ πάλιν λέγων· Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν· τὴν παρουσίαν τὴν ἐμὴν, φησὶ, τὰ θαύματα αὐτὰ, τὴν φωνὴν, τὴν διδασκαλίαν.
Μετάφραση
Και έπρατταν, λοιπόν, τα αντίθετα. Διότι όχι μόνο δεν πίστευαν, ούτε μόνο δεν άκουγαν, αλλά και πολεμούσαν, και αισθάνονταν σφοδρή δυσαρέσκεια για όσα λέγονταν· πράγμα για το οποίο παρουσιάζει τον προφήτη να τους κατηγορεί, λέγοντας: «Άκουσαν βαρέως». Αλλά εκείνοι δεν ήταν τέτοιοι· γι' αυτό και τους μακάριζε. Και από την άλλη πλευρά τους επιβεβαιώνει πάλι λέγοντας: «Διότι, αληθινά σας λέω, πολλοί προφήτες και δίκαιοι επιθύμησαν να δουν αυτά που βλέπετε, και δεν τα είδαν, και να ακούσουν αυτά που ακούτε, και δεν τα άκουσαν»· εννοώντας τη δική μου παρουσία, λέει, τα ίδια τα θαύματα, τη φωνή, τη διδασκαλία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες