Ψάλλει δέ που καὶ φησὶν ὁ θεσπέσιος Δαβίδ· «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου, ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου, ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή.» Σημειωτέον δὲ ὅτι τοῦτον τὸν στοῖχον καὶ αὐτὸς ὁ Σωτὴρ διεμνημόνευσέ που ταῖς Ἰουδαίων ἐμπορίαις ἐπιτιμῶν, καὶ λέγων· «Γέγραπται· Ὁ οἶκός μου, οἶκος προσευχῆς κληθήσεται, ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ποιεῖτε σπήλαιον λῃστῶν.» Ὅτε τοίνυν οἶκος γέγονε προσευχῆς, τότε καὶ δεδόξασται. <Τίνες οἵδε ὡς νεφέλαι πέτανται, καὶ ὡς περιστεραὶ σὺν νεοσσοῖς; Ἐμὲ νῆσοι ὑπέμειναν, καὶ πλοῖα Θαρσεῖς ἐν πρώτοις, ἀγαγεῖν τὰ τέκνα σου μακρόθεν, καὶ τὸν ἄργυρον, καὶ τὸν χρυσὸν μετ᾽ αὐτῶν διὰ τὸ ὄνομα Κυρίου τὸ ἅγιον, καὶ διὰ τὸ τὸν Ἅγιον τοῦ Ἰσραὴλ ἔνδοξον εἶναι.> Ἔνεστι πάλιν ἐν τούτοις ἰδεῖν τὸ τῆς Ἐκκλησίας πρόσωπον εἰσκεκομισμένον, ἤτοι τῆς νοητῆς Ἱερουσαλὴμ, ἆρον ὥσπερ ἐν κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμοὺς, καθὰ προστέτακται παρὰ Θεοῦ, εἶτα καταπεπλανημένης τῶν ἐπ᾽ αὐτῇ τρεχόντων τὸ πλῆθος, καὶ τῶν διὰ πίστεως συναγηγερμένων τὸν ἀριθμοῦ παντὸς ἐπέκεινα δῆμον. «Τίνες γὰρ οἵδε πέτανται, φησὶν, ὡς νεφέλαι, καὶ ὡς περιστεραὶ σὺν νεοττοῖς;» Σαγηνεύονται γὰρ διὰ πίστεως, οὐ πρεσβύται μόνον, ἀλλὰ γὰρ σὺν αὐτοῖς καὶ νέοι, καὶ ὁμοῦ παισὶ πατέρες, καὶ θυγατράσι μητέρες.
Μετάφραση
Ψάλλει κάπου και λέει ο θεσπέσιος Δαβίδ: «Ας κατευθυνθεί η προσευχή μου σαν θυμίαμα ενώπιόν σου, και η έπαρση των χεριών μου σαν εσπερινή θυσία.» Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτόν τον στίχο τον υπενθύμισε κάπου και ο ίδιος ο Σωτήρας, όταν επιτιμούσε το εμπόριο των Ιουδαίων, λέγοντας: «Είναι γραμμένο: Ο οίκος μου θα ονομαστεί οίκος προσευχής, εσείς όμως τον κάνετε σπήλαιο ληστών.» Όταν, λοιπόν, έγινε οίκος προσευχής, τότε και δοξάστηκε. <Ποιοι είναι αυτοί που πετούν σαν σύννεφα, και σαν περιστέρια μαζί με τους νεοσσούς τους; Εμένα περίμεναν τα νησιά, και πρώτα τα πλοία της Θαρσείς, για να φέρουν τα παιδιά σου από μακριά, και το ασήμι και τον χρυσό μαζί τους, για το άγιο όνομα του Κυρίου και επειδή ο Άγιος του Ισραήλ είναι ένδοξος.> Είναι δυνατόν πάλι σε αυτά να δούμε να εισάγεται το πρόσωπο της Εκκλησίας, δηλαδή της νοητής Ιερουσαλήμ, η οποία, αφού σήκωσε τα μάτια της ολόγυρα όπως της προστάχθηκε από τον Θεό, έπειτα περιπλανά το βλέμμα της με έκπληξη στο πλήθος αυτών που προστρέχουν σε αυτήν, και στον λαό που έχει συγκεντρωθεί μέσω της πίστης, ο οποίος ξεπερνά κάθε αριθμό. «Διότι ποιοι είναι αυτοί που πετούν», λέει, «σαν σύννεφα και σαν περιστέρια με τους νεοσσούς τους;» Επειδή σαγηνεύονται μέσω της πίστης, όχι μόνο οι ηλικιωμένοι, αλλά μαζί με αυτούς και οι νέοι, και μαζί οι πατέρες με τα παιδιά και οι μητέρες με τις κόρες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες