Ἠγνόει γὰρ ὁ βδελυρὸς καὶ θεήλατος ἐκ τῆς περὶ τοὺς οἰκείους θεοὺς ὑπολήψεως, ὡς ἡ θεία πανταχοῦ καθέστηκε δύναμις καὶ τὰ πάντα πληροῖ, τὴν οὐσίαν ἀπερίγραφον ἔχουσα, καὶ τὰ πάντα συνέχει, καὶ πάντων ἐστὶν ἐπέκεινα, ὡς αὐτὴ διὰ Ἡσαΐου φησὶν πρὸς τοὺς οἰομένους αὐτὴν ἐν τόπῳ βραχεῖ περιείργεσθαι· Ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει Κύριος, ἢ τίς ὁ τόπος τῆς καταπαύσεώς μου; οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ; Πρὸς ἣν ἅπαντα διὰ πολλὴν συγκατάβασιν συγκρινόμενα, οὐρανὸς καὶ τὰ κατ’ οὐρανὸν ἀγγέλων ἀναρίθμητα τάγματα, γῆ καὶ τὰ κατὰ γῆν ζῶα καὶ ἄνθρωποι, ἀὴρ καὶ ὄρνεα τὰ κατὰ τὸν ἀέρα πετόμενα, καὶ συλλήβδην εἰπεῖν ἅπαντα τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, ὡς ῥοπὴ ζυγοῦ καθεστήκασι, καὶ ὡσεὶ σταγὼν ἀπὸ κάδου τυγχάνουσι, καὶ ὡς σίαλος ἐλογίσθησαν στόματος. [3] Τοῦτο γὰρ καὶ Δαβὶδ ἀκριβῶς ἐπιστάμενος ἔψαλλεν· Ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ, ἐκραταιώθη, οὐ μὴ δύνωμαι πρὸς αὐτήν· ἧς τὸ μέγεθος ἐνδεικνύμενος, ἐπάγει καί φησιν·
Μετάφραση
Αγνοούσε βέβαια ο βδελυρός και θεοκατάρατος, εξαιτίας της αντίληψης που είχε για τους δικούς του θεούς, ότι η θεία δύναμη βρίσκεται παντού και γεμίζει τα πάντα, έχοντας την ουσία της απερίγραπτη, και ότι συγκρατεί τα πάντα και βρίσκεται πέρα από τα πάντα, όπως λέει η ίδια μέσω του Ησαΐα προς εκείνους που νομίζουν ότι περιορίζεται σε ένα μικρό τόπο: «Ποιον οίκο θα μου οικοδομήσετε, λέει ο Κύριος, ή ποιος είναι ο τόπος της ανάπαυσής μου; Δεν γεμίζω εγώ τον ουρανό και τη γη;». Σε σύγκριση με την οποία, αν συγκριθούν όλα με πολλή συγκατάβαση, ο ουρανός και τα αναρίθμητα αγγελικά τάγματα στον ουρανό, η γη και τα ζώα και οι άνθρωποι πάνω στη γη, ο αέρας και τα πουλιά που πετούν στον αέρα, και για να το πούμε συνοπτικά όλα τα ορατά και τα αόρατα, στέκονται σαν την ελάχιστη κλίση της ζυγαριάς, και είναι σαν μια σταγόνα από τον κάδο, και λογαριάστηκαν σαν το σάλιο του στόματος. [3] Διότι, γνωρίζοντας αυτό με ακρίβεια, και ο Δαβίδ έψαλλε: «Θαυμαστή φάνηκε η γνώση σου σε μένα, έγινε κραταιά, δεν μπορώ να την προσεγγίσω»· και υποδεικνύοντας το μέγεθός της, προσθέτει και λέει:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες