Ἔτι καὶ ταῦτα περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως προφητεύεται, διὸ εἴρηται· 〈καὶ προσέθετο κύριος λαλῆσαί〉 μοι ἔτι· πρὸς γὰρ τοῖς προλεχθεῖσιν ἔτι καὶ ταῦτα τῷ προφήτῃ, ἀλλ᾽ οὐ τῷ παντὶ λαῷ λέγει διδάσκων, ὅτι μὴ ἔπραττεν ὁ λαὸς τὸ κεκελευσμένον· ὁ προσταχθεὶς γὰρ ‹μὴ φοβεῖσθαι› «ἀπὸ τῶν δύο ξύλων τῶν 〈δαλῶν τῶν〉 καπνιζομένων», μηδ᾽ ἀγωνιᾶν ‹τοὺς δύο βασιλεῖς› τοὺς προδηλωθέντας, μόνον δ᾽ ἐπικαλεῖσθαι τὸν 〈Ἐμμανουὴλ〉 πιστεύοντας τῷ τοῦ θεοῦ προστάγματι, τοῦτο πράττειν οὐκ ἐβούλετο, ἠγάπα δὲ μᾶλλον δουλεύειν τοῖς προλεχθεῖσι βασιλεῦσι, καὶ ταῦτα πολεμίοις οὖσιν ἢ πιστεύειν τῷ θεῷ καὶ τὸν 〈Ἐμμανουὴλ〉 ἐπικαλεῖσθαι. διὸ λέλεκται τῷ προφήτῃ· 〈Διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι τὸν λαὸν τοῦτον τὸ ὕδωρ τοῦ Σιλωὰμ τὸ πορευόμενον ἡσυχῇ〉. ⌜τί δὲ τοῦτο ἦν 〈τὸ ὕδωρ τοῦ Σιλωάμ〉, ἀλλ᾽ ἢ ὁ ἐπηγγελμένος αὐτοῖς 〈Ἐμμανουήλ〉, «πηγὴ» τυγχάνων «〈ὕδατος〉 ζῶντος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον», καὶ πηγὴ 〈ὕδατος πορευομένου ἡσυχῇ〉· ἔτι γὰρ τότε λανθανόντως καὶ 〈ἡσύχως συνεπορεύετο〉 τῷ λαῷ, ἀρδεύειν αὐτῷ καὶ ἐπισκοπεῖν βουλόμενος τὰς ψυχάς, καὶ μηδέπω ‹κηρυττόμενος εἰς πάντα τὰ ἔθνη›.
Μετάφραση
Ακόμη και αυτά προφητεύονται για την ίδια υπόθεση, γι' αυτό έχει ειπωθεί: «Και προσέθεσε ο Κύριος να μου μιλήσει» ακόμη. Διότι, εκτός από όσα έχουν προλεχθεί, λέει ακόμη και αυτά στον προφήτη, και όχι σε ολόκληρο τον λαό, διδάσκοντας ότι ο λαός δεν έπραττε το προσταζόμενο. Διότι (ο λαός), αν και είχε διαταχθεί «να μη φοβάται» «από τα δύο ξύλα, τους δαυλούς που καπνίζουν», ούτε να αγωνιά για τους δύο βασιλείς που προδηλώθηκαν, αλλά μόνο να επικαλείται τον Εμμανουήλ πιστεύοντας στο πρόσταγμα του Θεού, δεν ήθελε να το πράξει αυτό, αλλά προτιμούσε μάλλον να υποδουλώνεται στους προαναφερθέντες βασιλείς – και μάλιστα ενώ αυτοί ήταν εχθροί – παρά να πιστεύει στον Θεό και να επικαλείται τον Εμμανουήλ. Γι' αυτό έχει λεχθεί στον προφήτη: «Επειδή αυτός ο λαός δεν θέλει το ύδωρ του Σιλωάμ που ρέει ήσυχα». Και τι ήταν αυτό το «ύδωρ του Σιλωάμ», παρά ο επαγγελθείς σε αυτούς Εμμανουήλ, ο οποίος τυγχάνει «πηγή ύδατος ζωντανού που αναβλύζει για ζωή αιώνια», και πηγή «ύδατος που ρέει ήσυχα»; Διότι, ακόμη και τότε, με τρόπο λανθάνοντα και «ήσυχα συμπορευόταν» με τον λαό, θέλοντας να τον αρδεύει και να επισκοπεί τις ψυχές, και χωρίς «να κηρύττεται ακόμη σε όλα τα έθνη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες