Εἴτε τοίνυν ἰσχνόφωνος εἶ, καὶ βραδύγλωσσος, ἀλλὰ φοβήθητι τὸν πλάσαντά σε Θεόν· εἴτε νεώτερον σαυτὸν λέγεις πρὸς τὸ κήρυγμα, ἀλλ᾽ εὐλαβοῦ τὸν γινώσκοντά σε πρὸ τοῦ πλασθῆναι· εἴτε λόγον δέδωκας (ὁ δὲ λόγος τοῖς ἁγίοις ὡς ὅρκος ἦν), ἀλλὰ ἀνάγνωθι τὸν Ἱερεμίαν, πῶς καὶ αὐτὸς εἰρηκὼς, Οὐ μὴ ὀνομάσω τὸ ὄνομα Κυρίου, ὕστερον δὲ φοβηθεὶς τὸ ἐν αὐτῷ πῦρ γενόμενον, οὐκέτι, ὡς εἴρηκε, πεποίηκεν, οὐδὲ ὡς προληφθεὶς τῷ ὅρκῳ ἐκρύβη· ἀλλὰ τὸν ἐγχειρίσαντα εὐλαβούμενος, τετελείωκε τὴν προφητείαν.
Μετάφραση
Είτε, λοιπόν, είσαι ισχνόφωνος και βραδύγλωσσος, να φοβηθείς τον Θεό που σε έπλασε· είτε θεωρείς τον εαυτό σου πολύ νέο για το κήρυγμα, να ευλαβείσαι Εκείνον που σε γνώριζε πριν πλαστείς· είτε έχεις δώσει τον λόγο σου (και ο λόγος για τους αγίους ισοδυναμούσε με όρκο), διάβασε όμως τον Ιερεμία, πώς και ο ίδιος, αν και είχε πει: «Δεν θα αναφέρω το όνομα του Κυρίου», ύστερα, επειδή φοβήθηκε το πυρ που άναψε μέσα του, δεν έπραξε πλέον σύμφωνα με αυτά που είχε πει, ούτε κρύφτηκε προφασιζόμενος ότι δεσμευόταν από τον όρκο· αλλά, από ευλάβεια προς Εκείνον που του ανέθεσε το έργο, έφερε εις πέρας την προφητεία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες