Ἢ οὐχ ὁρᾷς τί οὗτοι ποιοῦσιν ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα, καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς Ἱερουσαλήμ; Οἱ υἱοὶ αὐτῶν συλλέγουσι ξύλα, καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν καίουσι πῦρ· καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν τρίβουσι σταῖς τοῦ ποιῆσαι χλυῶνας τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἐποίησαν σπονδὰς θεοῖς ἀλλοτρίοις, ἵνα παροργίσωσί με.» Ὁσίᾳ δὴ οὖν τετιμώρηνται ψήφῳ. Ἀναθέντες γὰρ τῇ κτίσει τὸ σέβας καὶ τοῖς ἔργοις τῶν ἰδίων χειρῶν λατρεύσαντες, αὐτοὶ ταῖς οἰκείαις ἐπήντλησαν κεφαλαῖς τὰ ἐκ θείας ὀργῆς. Οὐ γὰρ ἀδίκως ἐκτείνεται δίκτυα πτερωτοῖς, κατὰ τὸ γεγραμμένον· καὶ ποιναῖς ὑποφέρει Θεὸς τὸν ἀτιμάζοντα τὴν δόξαν αὐτοῦ, πεπλανημένῃ τε γνώμῃ πρὸς πᾶν ὁτιοῦν τῶν ἐκτόπων ἀπονενευκότα. <Οἱ δὲ Ἐλαμῖται ἔλαβον φαρέτρας, ἀναβάται ἄνθρωποι ἐφ᾽ ἵπποις, καὶ συναγωγὴ παρατάξεως.
Μετάφραση
«Ή δεν βλέπεις τι κάνουν αυτοί στις πόλεις του Ιούδα, και στους δρόμους της Ιερουσαλήμ; Οι γιοι τους συλλέγουν ξύλα, και οι πατέρες τους ανάβουν φωτιά· και οι γυναίκες τους ζυμώνουν ζυμάρι για να φτιάξουν πλακούντες για τη στρατιά του ουρανού· και έκαναν σπονδές σε ξένους θεούς, για να με παροργίσουν.» Τιμωρήθηκαν λοιπόν με δίκαιη απόφαση. Διότι, αφού απέδωσαν το σέβας στην κτίση και λάτρευσαν τα έργα των ιδίων τους των χεριών, οι ίδιοι επισώρευσαν στα κεφάλια τους τα αποτελέσματα της θείας οργής. Διότι δεν απλώνονται άδικα τα δίχτυα στα πουλιά, σύμφωνα με το γεγραμμένο· και ο Θεός υποβάλλει σε τιμωρίες εκείνον που ατιμάζει τη δόξα του, και που με πλανημένη γνώμη έχει στραφεί προς οποιοδήποτε άτοπο πράγμα. <Οι δε Ελαμίτες πήραν φαρέτρες, άνθρωποι αναβάτες σε άλογα, και συγκέντρωση στρατιωτικής παρατάξεως.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες