Μὴ ἐμὲ αὐτοὶ παροργίζουσι; λέγει Κύριος. Οὐχὶ ἑαυτούς; Μὴ γὰρ ἐγὼ πάσχω δεινόν τι; ναὶ τοῦτο, φησὶν [ἴσ. ἀλλ᾽ αὐτοὶ, φησὶν], ἵνα ἑαυτοὺς καταισχύνω [ἴσ. καταισχύνωσι]· ὁ γὰρ ὑβρίζων ἐστὶν ὁ παθὼν, καὶ ὅταν μηδὲν ὁ ὑβριζόμενος πάσχῃ δεινὸν, ἀποστήσεται τῆς ὕβρεως, ὡς οὐδὲν πλέον παραινῶν [ἴσ. περαίνων].
Μετάφραση
«Μήπως εμένα παροργίζουν;» λέγει ο Κύριος. «Όχι τους εαυτούς τους;» Διότι μήπως εγώ υφίσταμαι κάποιο κακό; Αλλά οι ίδιοι, λέγει, το κάνουν για να καταντροπιάσουν τους εαυτούς τους· διότι εκείνος που υβρίζει, αυτός είναι που ουσιαστικά βλάπτεται, και όταν ο υβριζόμενος δεν παθαίνει κανένα κακό, τότε θα αποστεί από την ύβρη, αντιλαμβανόμενος ότι δεν επιτυγχάνει απολύτως τίποτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες