παρέδωκαν ἐκεῖνοι τὸν αὐτῶν κύριον εἰς τὸ σταυρωθῆναι, προφήτας τε τοὺς οἰκειακοὺς τοῦ αὐτοῦ δεσπότου τὸν μὲν ἔπρισαν, τὸν δὲ λίθοις κατέλευσαν, ἄλλον δὲ φόνῳ μαχαίρας διεχρήσαντο. μετὰ τούτους δὲ ὡσαύτως νῦν οἱ νέοι Ἰουδαῖοι ἀλλεπαλλήλως τῇ αὐτῇ κεχρημένοι ἀγωγῇ, οἱ μὲν φυσικοὶ Ἰουδαῖοι κατὰ σάρκα μὲν ἠρνήσαντο, οἱ δὲ νῦν ἀρνούμενοι τὴν τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ τελείαν πρὸς πατέρα γνησιότητα κτίσμα αὐτὸν καὶ ποίημα καὶ ἀλλότριον πατρός, παντάπασι μεμηνότες καὶ 〈ἐμ〉βεβροντημένοι, ἀδιαλείπτως διισχυρίζονται. 5. Ἐκ τούτων δὲ πάλιν ἄλλοι ἀφέντες τὰς προειρημένας βλασφήμους διδασκαλίας καὶ ὡς εἰπεῖν αὐτὴν τὴν ὑπὲρ φύσιν θεασάμενοι ἐπουράνιον θεωρίαν καὶ τὰ ἄνω ἐμβατεύσαντες καὶ πολυπραγμονήσαντες, ὡς ἄνωθεν ἥκοντες αὐθαδείᾳ ἀπαγγέλλουσι καὶ ἰσχυρῶς διισχυρίζονται, ἐκβάλλοντες ἐκ τῆς θεότητος τὸ ἅγιον πνεῦμα. καὶ τὸν μὲν πατέρα οὐκ ἤρνηνται οὔτε τὴν τοῦ υἱοῦ πρὸς αὐτὸν γνησιότητα, ἐφ᾽ ἑτέραν δὲ πάλιν ὁδὸν βαδίζουσιν, ἵνα πάντοθεν πληρωθῇ τὸ «ἐξέλιπεν ἡ πίστις ἐκ στόματος αὐτῶν». τί γὰρ ἀλλ᾽ ἢ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον λοιπόν, τὸ οὐκ ἀλλότριον πατρὸς καὶ υἱοῦ, τὸ ἐκ τῆς αὐτῆς θεότητος ὂν καὶ μὴ ἐνδεχόμενον εἶναι ἀλλότριον τῆς θεότητος, βούλονται, ὡς αὐτοὶ ἐξουσίαν ἔχοντες, κελεύειν μᾶλλον θεῷ ἤπερ κελεύεσθαι;
Μετάφραση
Εκείνοι παρέδωσαν τον κύριό τους για να σταυρωθεί, και τους προφήτες, τους οικείους του ίδιου του Δεσπότη, άλλον μεν τον πριόνισαν, άλλον τον λιθοβόλησαν, και άλλον τον θανάτωσαν με ξίφος. Μετά από αυτούς, παρομοίως τώρα οι νέοι Ιουδαίοι, ακολουθώντας αλλεπάλληλα την ίδια συμπεριφορά, οι μεν φυσικοί Ιουδαίοι τον αρνήθηκαν κατά σάρκα, ενώ αυτοί που τώρα αρνούνται την τέλεια γνησιότητα του Υιού του Θεού προς τον Πατέρα, όντας εντελώς παράφρονες και εμβρόντητοι, ισχυρίζονται αδιάλειπτα ότι Αυτός είναι κτίσμα και δημιούργημα και ξένος προς τον Πατέρα. 5. Εξ αυτών δε πάλι άλλοι, αφού εγκατέλειψαν τις προαναφερθείσες βλάσφημες διδασκαλίες, και σαν να λέμε αφού αντίκρυσαν την υπερφυσική επουράνια θεωρία και εμβάθυναν στα άνω και πολυπραγμόνησαν, ωσάν να έχουν έλθει από ψηλά, με αυθάδεια εξαγγέλλουν και ισχυρίζονται κατηγορηματικά, αποβάλλοντας από τη Θεότητα το Άγιο Πνεύμα. Και τον μεν Πατέρα δεν τον αρνήθηκαν ούτε τη γνησιότητα του Υιού προς Αυτόν, βαδίζουν όμως πάλι σε άλλον δρόμο, ώστε να εκπληρωθεί από παντού το: «εξέλιπε η πίστη από το στόμα τους». Διότι, τι άλλο επιδιώκουν παρά πλέον ως προς το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δεν είναι ξένο προς τον Πατέρα και τον Υιό, αφού προέρχεται από την ίδια Θεότητα και δεν ενδέχεται να είναι ξένο προς τη Θεότητα, θέλουν, ωσάν να έχουν οι ίδιοι εξουσία, να προστάζουν μάλλον τον Θεό παρά να προστάζονται από Αυτόν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες