Οὐ βασιλεία οὐρανῶν ἡμῖν πρόκειται; οὐ ζωὴ αἰώνιος; οὐ χαρὰ ἀνεκλάλητος; Ἔστιν ἄρα τῇ ῥᾳθυμίᾳ χρωμένους κτήσασθαί τι τῶν μεγίστων καὶ ἐπιθυμουμένων; οὐδαμῶς. Οὐκοῦν διεγερτέον πάσῃ σπουδῇ, καὶ θεριστέον οὐ φθαρτά τινα καὶ ἐπίκηρα, ἀλλ’ ἄφθαρτα καὶ αἰώνια, ὣς ἂν ἐξῇ καὶ περὶ ἡμῶν λέγεσθαι· «Τοὺς πόνους τῶν καρπῶν σου φάγεσαι· μακάριος εἶ, καὶ καλῶς σοι ἔσται.» Μή τις εἴπῃ· «Ἀσθενής εἰμι, καὶ οὐ δύναμαι θερίζειν.» Ἀσθενὴς εἶ τῷ σώματι· τῷ δὲ πνεύματι, εἰ βούλει, ἔρρωσαι κατεργάζεσθαι τὸ ἀγαθόν· δάκρυον ἔχεις, κατάνυξιν ἔχεις, συντριμμὸν ψυχῆς ἔχεις, φυλακὴν νοὸς ἔχεις, πραότητα ἔχεις, εἰρήνην ἔχεις καὶ τὸν ἁγιασμὸν, ἅτινά εἰσι φίλα τῷ Θεῷ ὅτι μάλιστα. Μή τις εἴπῃ· «Ὑπεσκέλισμαι, καὶ οὐ δύναμαι ὀρθοποδῆσαι.» Θέλησον δὴ μόνον, καὶ ἐγερεῖ σε «Ὁ ἐγείρων ἀπὸ γῆς πτωχὸν καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα.» «Μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται ἢ ὁ ἀποστρέφων οὐκ ἐπιστρέφει;» «Ζῶ ἐγὼ, λέγει Κύριος· οὐ θέλω τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν.» Τίνα οὖν λοιπὸν πρόφασιν εὔλογον ἕξομεν; τίνα δὲ ἀπολογίαν εὐπρόσωπον μὴ οὐχὶ πάσῃ προθυμίᾳ ποιεῖσθαι τὰς ἐντολάς, καὶ τυχεῖν τῶν ἐν ἐπαγγελίαις ἀγαθῶν;
Μετάφραση
Δεν βρίσκεται άραγε ενώπιόν μας η βασιλεία των ουρανών; Όχι η αιώνια ζωή; Όχι η ανεκλάλητη χαρά; Είναι δυνατόν λοιπόν, επιδεικνύοντας ραθυμία, να αποκτήσουμε κάτι από τα μέγιστα και τα επιθυμητά; Σε καμία περίπτωση. Επομένως, πρέπει να κινητοποιηθούμε με κάθε προθυμία, και να θερίσουμε όχι κάποια φθαρτά και πρόσκαιρα, αλλά άφθαρτα και αιώνια, ώστε να είναι δυνατόν να ειπωθεί και για εμάς: «Τους κόπους των καρπών σου θα φας· μακάριος είσαι, και καλό θα σου συμβεί.» Ας μην πει κανείς: «Είμαι ασθενής, και δεν μπορώ να θερίζω.» Είσαι ασθενής στο σώμα· αλλά στο πνεύμα, εάν το θέλεις, είσαι δυνατός στο να εργάζεσαι το αγαθό· έχεις δάκρυα, έχεις κατάνυξη, έχεις συντριβή ψυχής, έχεις φυλακή του νου, έχεις πραότητα, έχεις ειρήνη και αγιασμό, τα οποία είναι εξαιρετικά προσφιλή στον Θεό. Ας μην πει κανείς: «Έχω υποσκελιστεί και δεν μπορώ να σταθώ όρθιος.» Θέλησέ το μόνο, και θα σε εγείρει «Εκείνος που σηκώνει από το χώμα τον φτωχό και ανυψώνει από την κοπριά τον πένητα». «Μήπως αυτός που πέφτει δεν σηκώνεται ή αυτός που απομακρύνεται δεν επιστρέφει;» «Ζω εγώ, λέγει ο Κύριος· δεν θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά το να επιστρέψει και να ζήσει.» Ποια εύλογη πρόφαση θα έχουμε λοιπόν στο εξής; Και ποια ευπρόσωπη απολογία, για να μην εκπληρώνουμε με κάθε προθυμία τις εντολές, ώστε να επιτύχουμε τα αγαθά των επαγγελιών;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες