Πρὸς οὓς τῆς ἀντιῤῥητικῆς κωμῳδίας τὴν ἀρχὴν ἐντεῦθεν ποιητέον· ἄτρεπτον καὶ ἀναλλοίωτον ὑπάρχειν καὶ ἀνελλιπῆ καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχουσαν τὴν θείαν φύσιν τοῦ θεοῦ λόγου τοῦ σαρκωθέντος καὶ τὴν θείαν αὐτοῦ ἐνέργειαν αἱ θεῖαι ἡμᾶς διδάσκουσι γραφαί, ἀεὶ ὡσαύτως ἔχουσαν καὶ οὐ ποτὲ μὲν οὕτως, ποτὲ δὲ οὕτως παραλλαττομένην ἢ ἀλλοιουμένην. {2α}2 Λεγέτωσαν ἡμῖν λοιπὸν οἱ πάντα τὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν παντὶ πράγματι θεανδρικὰ καὶ θεανδρικῶς γινόμενα λέγοντες· ζῶντος πρὸ τοῦ πάθους τοῦ παναγίου σώματος τοῦ Χριστοῦ, πρόδηλον ὅτι θεανδρικῶς ἔβλεπε τοὺς ἀνθρώπους ὁ Χριστός· εἶτα ἀποθανόντος αὐτοῦ ἐν τῷ σταυρῷ καὶ ἐλθόντος τοῦ Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμου κηδεῦσαι αὐτὸν νεκρόν, θεανδρικῶς ἔβλεπεν εἰς αὐτοὺς ὁ Χριστὸς ὥσπερ τὸ πρότερον ἢ θεϊκῶς καὶ μόνον ὡς στερηθέντος τοῦ σώματος τῆς θεωρητικῆς τῶν ὀφθαλμῶν ἐνεργείας; Καὶ εἰ μὲν θεανδρικῶς εἴπατε τὸν Χριστὸν θεωροῦντα τὸν Ἰωσήφ, εὔδηλοί ἐστε δοκήσει καὶ φαντασίᾳ τὸν θάνατον αὐτοῦ καταγγέλλοντες· εἰ δὲ τῇ θεϊκῇ καὶ ἀκοιμήτῳ καὶ ἀθανάτῳ τοῦ θεοῦ λόγου ἐνεργείᾳ καὶ μόνῃ ἑώρα τὸν Ἰωσήφ, οὐκέτι δύνασθε λέγειν πάντα τὰ κατὰ Χριστὸν θεανδρικῶς ἐνεργούμενα. {2β}2 Ἡσαΐας ὁ προφήτης ἡμᾶς διδάσκει ἐν πόνῳ εἶναι τὸν Χριστὸν ἡνίκα τὸν νῶτον αὐτοῦ ἔτυπτον Ἰουδαῖοι εἰς μάστιγας. Τυπτόμενος τοίνυν τὸν νῶτον ὡς ζῶν πρὸ τοῦ σταυροῦ καὶ νυττόμενος τῇ λόγχῃ τὴν πλευρὰν μετὰ θάνατον, τῆς αὐτῆς ἐνεργείας τοῦ πόνου <ᾐ>σθάνετο ἢ οὔ; Πρόδηλον ὅτι οὔ. Ὥστε οὐ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐνεργείας ἐστὶν ὁ Χριστός, οὔτε θεανδρικῶς τῶν ἀλγηδόνων ᾐσθάνετο, οὔτε θεανδρικῶς τὴν νέκρωσιν ἀναισθησίαν ἐκέκτητο. {2γ}2 Ἡνίκα Χριστὸς τῇ χειρὶ ἁψάμενος τῆς θυγατρὸς τοῦ ἀρχισυναγώγου ταύτην ἀνέστησε, πρόδηλον ὅτι κοινῶς κατὰ θεανδρικὴν ἐνέργειαν τὴν τοιαύτην θαυματουργίαν ἔπραξεν. Εἶτα ἡνίκα κηδευόμενος νεκρὸς ὑπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Νικοδήμου τὰς χεῖρας ἐψηλαφᾶτο, θεανδρικὴν ἁφὴν καὶ ἐνέργειαν ὡς τὸ πρὶν εἶχον αἱ χεῖρες αὐτοῦ; Ἄπαγε, ἀλλὰ μόνην θεϊκήν. Ὥστε οὐ πάντως πάντα τὰ κατὰ Χριστὸν θεανδρικὰ δεῖ προσαγορεύειν. {2δ}2 Οὔτε γὰρ θεανδρικῶς πάλιν ἐστ<έρηται> τῆς κινήσεως ὁ Χριστὸς δεσμηθεὶς νεκρὸς ταῖς σι<ν>δόσι τοὺς πόδας, ἀλλ’ ἀνδρικῶς. Ἡ γὰρ ἀεικίνητος τοῦ θεοῦ λόγου τοῦ ἐν τῇ σαρκὶ ἐνέργεια ἄδεσμος καὶ ἀκώλυτος ἐτύγχανε, παντὶ διατρέχουσα καὶ νεκροῦ ὄντος τοῦ κυριακοῦ σώματος. {2ε}2 Ὁποίαν δὲ ἄρα χρὴ ὀνομάζειν καὶ τὴν ἀκουστικὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ τάφῳ ὑπάρχοντος; Ἆρα κατὰ θεανδρικὴν ἀκοὴν τῶν ἀνθρωπίνων ῥημάτων ἤκουσεν; Ἄπαγε, ἀλλὰ κατὰ μόνην τὴν θεϊκὴν ἐνέργειαν. Ὥστε οὐ πάντα τὰ Χριστοῦ θεανδρικὰ δεῖ νοεῖν. {2ϛ}2 Ἀλλ’ οὐδὲ θεανδρικὴν λοιπὸν φωνὴν ἐν τῷ τάφῳ εἶχεν ὁ Χριστός, ἀλλὰ μόνην θεϊκὴν καὶ ἄῤῥητον καὶ ἀλάλητον καὶ ἀνεξάκουστον. {2ζ}2 Ἀλλ’ οὐδὲ θεανδρικὴν ἀφθεγξίαν, ἀλλὰ μόνην ἀνδρικήν. {2η}2 Ἀλλ’ οὐδὲ θεανδρικὴν ζωήν, ἀλλὰ μόνην θεϊκὴν εἶχεν ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μνήματι. Θεανδρικὸν γὰρ τὸ ἐν ταῖς δύο αὐτοῦ φύσεσιν ὑπάρχον λέγεται καὶ διὰ τῶν δύο φύσεων πραττόμενον καὶ εἰς τὴν ὁλότητα τοῦ Χριστοῦ νοούμενον, καὶ εἰς τὴν θεότητα αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα κοινῶς ἐν ταῖς δύο φύσεσι Χριστοῦ συντεῖνον καὶ λεγόμενον. {2θ}2 Οὐ θεανδρικῶς ὑπ’ ἀνθρώπων ἐθεωρεῖτο ὁ Χριστός—θεὸν γὰρ οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε—, εἰ καὶ τὰ μάλιστα καθ’ ὑπόστασιν ὥσπερ ψυχὴ ἐν σώματι, οὕτως ὅλος διόλου ὁ θεὸς λόγος ἀπεριγράπτως ἥνωτο τῇ οἰκείᾳ ψυχῇ καὶ τῷ σώματι ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ καὶ πράγματι· ἀλλ’ <οὐχ> ὅλως, ἵνα μὴ τοῖς ἀνθρωπίνοις ἡμῶν φυσικοῖς πάθεσι καὶ ἐνδείαις ὑποβάλλοντες τὸν ἀπαθῆ καὶ ἀνενδεῆ θεὸν λόγον τοῖς Ἀρειανοῖς περιπέσωμεν βρόχοις. Τούτου χάριν οὐ θεανδρικὰ πάντα τὰ τοῦ Χριστοῦ λέγομεν· οὔτε γὰρ πάντα πάντως τὰ αὐτοῦ δυνατὸν ἐπὶ τὴν ὁλότητα τῶν δύο φύσεων αὐτοῦ ἀναφέρεσθαι καὶ νοεῖσθαι.
Μετάφραση
Προς αυτούς πρέπει από εδώ να αρχίσει η αντιρρητική μας κωμωδία: οι θείες Γραφές μας διδάσκουν ότι η θεία φύση του Θεού Λόγου που σαρκώθηκε, καθώς και η θεία του ενέργεια, είναι άτρεπτη, αναλλοίωτη, αδιάλειπτη και πάντοτε η ίδια, χωρίς ποτέ να είναι άλλοτε έτσι και άλλοτε αλλιώς, παραλλασσόμενη ή αλλοιούμενη. Ας μας πουν λοιπόν όσοι λένε ότι όλα όσα ανήκουν στον Χριστό είναι σε κάθε περίπτωση θεανδρικά και γίνονται θεανδρικώς: όταν, πριν από το πάθος, ζούσε το πανάγιο σώμα του Χριστού, είναι φανερό ότι ο Χριστός έβλεπε τους ανθρώπους θεανδρικώς· όταν όμως πέθανε επάνω στον σταυρό και ήρθαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος να τον κηδεύσουν ως νεκρό, ο Χριστός τούς έβλεπε θεανδρικώς όπως πριν, ή μήπως θεϊκώς και μόνον, επειδή το σώμα είχε στερηθεί την οπτική ενέργεια των οφθαλμών; Και αν πείτε ότι ο Χριστός έβλεπε τον Ιωσήφ θεανδρικώς, είναι ολοφάνερο ότι κηρύττετε τον θάνατό του ως δοκητό και φανταστικό· αν όμως έβλεπε τον Ιωσήφ με τη θεϊκή και άγρυπνη και αθάνατη ενέργεια του Θεού Λόγου και μόνον, τότε δεν μπορείτε πια να λέτε ότι όλα όσα αφορούν τον Χριστό ενεργούνται θεανδρικώς. Ο προφήτης Ησαΐας μάς διδάσκει ότι ο Χριστός βρισκόταν σε πόνο, όταν οι Ιουδαίοι χτυπούσαν τη ράχη του με μαστίγια. Όταν λοιπόν χτυπιόταν στη ράχη ως ζωντανός πριν από τον σταυρό και όταν, μετά θάνατον, τρυπήθηκε στην πλευρά με τη λόγχη, αισθανόταν τον πόνο με την ίδια και την αυτή ενέργεια ή όχι; Είναι φανερό πως όχι. Επομένως, ο Χριστός δεν ενεργεί πάντοτε με μία και την αυτή ενέργεια· ούτε αισθανόταν τις οδύνες θεανδρικώς ούτε είχε θεανδρικώς την αναισθησία της νεκρώσεως. Όταν ο Χριστός, αγγίζοντας με το χέρι τη θυγατέρα του αρχισυναγώγου, την ανέστησε, είναι φανερό ότι επιτέλεσε το θαύμα αυτό κοινώς, κατά θεανδρική ενέργεια. Όταν όμως, νεκρός πια και κηδευόμενος, τα χέρια του ψηλαφούνταν από τα χέρια του Νικοδήμου, είχαν τα χέρια του θεανδρική αφή και ενέργεια όπως πριν; Μη γένοιτο, αλλά μόνον θεϊκή. Επομένως, δεν πρέπει οπωσδήποτε όλα όσα ανήκουν στον Χριστό να ονομάζονται θεανδρικά. Ούτε πάλι ο Χριστός, όταν ως νεκρός είχε δεθεί με τα σάβανα στα πόδια, στερήθηκε της κινήσεως θεανδρικώς, αλλά ανθρωπίνως. Διότι η αεικίνητη ενέργεια του Θεού Λόγου, που ήταν μέσα στη σάρκα, ήταν άδεσμη και ακατάσχετη, διαπερνώντας τα πάντα, ακόμη και όταν το κυριακό σώμα ήταν νεκρό. Πώς λοιπόν πρέπει να ονομάσουμε και την ακουστική δύναμη του Χριστού, όταν βρισκόταν στον τάφο; Άραγε άκουσε τα ανθρώπινα λόγια με θεανδρική ακοή; Μη γένοιτο, αλλά μόνον κατά τη θεϊκή ενέργεια. Επομένως, δεν πρέπει να νοούμε όλα όσα ανήκουν στον Χριστό ως θεανδρικά. Αλλά ούτε θεανδρική φωνή είχε πια ο Χριστός στον τάφο, παρά μόνον θεϊκή, άρρητη, αλάλητη και ανήκουστη. Αλλά ούτε θεανδρική αφθεγξία, παρά μόνον ανθρώπινη. Αλλά ούτε θεανδρική ζωή είχε ο Χριστός μέσα στο μνήμα, παρά μόνον θεϊκή. Διότι θεανδρικό λέγεται εκείνο που υπάρχει και στις δύο φύσεις του, που ενεργείται διά των δύο φύσεων και νοείται ως ανήκον στην ολότητα του Χριστού, δηλαδή ως εκτεινόμενο και στη θεότητά του και στην ανθρωπότητά του, κοινώς, μέσα στις δύο φύσεις του Χριστού. Ο Χριστός δεν εθεωρείτο από τους ανθρώπους θεανδρικώς —διότι τον Θεό κανείς δεν τον είδε ποτέ—, αν και βεβαίως ο Θεός Λόγος, κατά υπόσταση, όπως η ψυχή μέσα στο σώμα, ήταν ολόκληρος και καθ’ ολοκληρίαν, απερίγραπτα ενωμένος με την οικεία ψυχή και το σώμα του, σε κάθε χρόνο, τόπο και πράγμα· όμως όχι κατά τέτοιον τρόπο, ώστε, υποβάλλοντας τον απαθή και παντελώς ανενδεή Θεό Λόγο στα δικά μας ανθρώπινα φυσικά πάθη και ελλείψεις, να πέσουμε στις αρειανικές παγίδες. Γι’ αυτό δεν λέμε ότι όλα όσα ανήκουν στον Χριστό είναι θεανδρικά· διότι δεν είναι δυνατόν όλα του, χωρίς καμία διάκριση, να αναφέρονται και να νοούνται ως ανήκοντα στην ολότητα των δύο φύσεών του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Περὶ τῆς θεανδρικῆς ἐν Χριστῷ ἐνεργείας Διονυσίου.}