Ἐπειδὴ γὰρ τὸν ἐκ γενητῆς ἐξιᾶτο τυφλόν, καὶ τὸ γλυκὺ μέν, ἄηθες δ᾽ οὖν ἐνεφύτευσε φῶς αὐτῷ, παρὰ πάντων εἰκότως ἐθαυμάζετο. Ἀλλ᾽ ὁ μὲν τοῦ πάθους ἀπηλλαγμένος παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις ἐκρίνετο, καὶ ὡμολόγει τὸν ἰατρόν. Χριστὸς δὲ αὐτῷ περιτυχών, «Σὺ πιστεύεις, ἔφασκεν, εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;» Τοῦ δὲ τὸ «Τίς ἐστι, Κύριε, διακεκραγότος, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;» ἀντεφώνει λέγων· «Καὶ ἑώρακας αὐτόν, καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.» Ὁ δὲ ἔφη· «Πιστεύω, Κύριε. Καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.» Καίτοι πῶς οὐχ ἅπασι συμφανὲς ὡς ἄποπτος παντελῶς ἡ θεία τε καὶ ἀνωτάτω φύσις; «Θεὸν γὰρ οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε,» κατὰ τὸ γεγραμμένον. Εἴπερ οὖν διιστὰς ἑαυτοῦ τὸ ἀνθρώπινον, ὡς αὐτὸ δὴ τοῦτο πεφηνώς, ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς Λόγος γυμνὸς καὶ μόνος ἠξίου πιστεύεσθαι, τί μὴ μᾶλλον τὴν τοῦ Θεοῦ φύσιν ἀναλογίζεσθαι δεῖν, ἥτις ποτέ ἐστι, τὸν εὖ παθόντα διεκελεύετο, παρέδειξε δὲ σωματικῶς, ὡς καὶ αὐτοῖς ὄμμασι καταθεᾶσθαι παρόν; Ἔφη γὰρ ὅτι «Καὶ ἑώρακας αὐτόν, καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.» Ἦ οὐχὶ τὴν σάρκα παραδεῖξαι φήσομεν; Β— Καὶ πάνυ. Α— Εἶτα πῶς αὐτὸς ἂν εἴη λοιπὸν ἡ σάρξ, εἰ μὴ νοοῖτο καθ᾽ ἕνωσιν, ὡς αὐτὸς ὑπάρχων τὸ ἴδιον αὐτοῦ, καθάπερ ἀμέλει καὶ ἐφ᾽ ἡμῶν γένοιτ᾽ ἄν; Καταδείξειε γὰρ ἄν τις οὐ μεμερισμένως οὐδὲ ἀτελῶς τὸν καθ᾽ ἡμᾶς ἄνθρωπον, τὸν ἐκ ψυχῆς δὴ λέγω καὶ σώματος, καὶ ἀπὸ μόνης αὐτοῦ τῆς σαρκός.
Μετάφραση
Διότι, επειδή θεράπευσε τον εκ γενετής τυφλό, και εμφύτευσε σε αυτόν το γλυκό, αν και ασυνήθιστο για τον ίδιο, φως, δικαίως θαυμαζόταν από όλους. Αλλά αυτός που είχε απαλλαγεί από την πάθηση ανακρινόταν από τους Ιουδαίους και ομολογούσε τον ιατρό του. Όταν δε ο Χριστός τον συνάντησε, έλεγε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;». Και όταν εκείνος αναφώνησε, «Ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σε αυτόν;», απάντησε λέγοντας: «Και τον έχεις δει, και αυτός που μιλά μαζί σου εκείνος είναι». Εκείνος δε είπε: «Πιστεύω, Κύριε». Και τον προσκύνησε. Εντούτοις, πώς δεν είναι σε όλους προφανές ότι η θεία και ανώτατη φύση είναι εντελώς αόρατη; «Διότι τον Θεό δεν τον έχει δει ποτέ κανείς», σύμφωνα με τη Γραφή. Εάν λοιπόν, διαχωρίζοντας από τον εαυτό του το ανθρώπινο στοιχείο και έχοντας φανερωθεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο, ο εκ του Θεού Πατρός Λόγος αξίωνε να γίνεται πιστευτός γυμνός και μόνος, γιατί δεν παρότρυνε τον ευεργετηθέντα να αναλογιστεί μάλλον ποια μπορεί να είναι η φύση του Θεού, αλλά του υπέδειξε τον εαυτό του σωματικά, ώστε να τον βλέπει παρόντα με τα ίδια του τα μάτια; Διότι είπε: «Και τον έχεις δει, και αυτός που μιλά μαζί σου εκείνος είναι». Δεν θα πούμε άραγε ότι υπέδειξε τη σάρκα του; Β— Και βέβαια. Α— Έπειτα, πώς λοιπόν θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη σάρκα, αν δεν νοούνταν καθ' ένωσιν, με το να είναι ο ίδιος ένα με το δικό του σώμα, όπως ακριβώς βεβαίως θα συνέβαινε και σε εμάς; Διότι θα μπορούσε κανείς να υποδείξει, όχι μερισμένα ούτε ατελώς, τον καθ' ημάς άνθρωπο, αυτόν δηλαδή που αποτελείται από ψυχή και σώμα, ακόμη και από μόνη τη σάρκα του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες