Jo 1, 17 〈Ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο. ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθειά〉 φησιν· καὶ γὰρ τὰ 〈Μωυσέως,〉 εἰ καὶ 〈χάρις〉 ἦν, ἀλλ᾽ ἐν τύποις καὶ σκιᾷ. νῦν δὲ ἡ 〈χάρις〉 οὐκ ἐν τύπῳ, ἀλλ᾽ αὐτόχαρις καὶ αὐτοαλήθεια, ὥστε καλῶς φησιν· ὁ μὲν 〈νόμος διὰ Μωυσέως, ἡ χάρις δὲ καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.〉 Jo 1, 18 Ἐπειδὴ εἶπεν 〈θεὸν τὸν〉 πατέρα, 〈θεὸν〉 τὸν υἱόν, τὸ ἄναρχον αὐτῶν, τὴν πρὸς ἀλλήλους ἄφατον καὶ ὑπὲρ νοῦν σχέσιν καὶ ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος πρὸς τὸν» πατέρα, ἐπειδὴ εἰς τὴν ὑψηλὴν καὶ θαυμασίαν ταύτην θεολογίαν ἑαυτὸν καθῆκεν, ἵνα μή τις εἴπῃ· ἄνθρωπε, ὑψηλὰ μὲν καὶ θαυμάσια ἃ λέγεις· ἀλλὰ πόθεν ἔσχες γνῶναι ταῦτα; εἶδες τὸν 〈θεόν;〉 ἀλλ᾽ 〈οὐδεὶς〉 εἶδεν. πόθεν ἔμαθες τὰ ἀπόρρητα ταῦτα; τίς ὁ διδάξας; ἵνα οὖν μηδεὶς τοιαῦτα ἐννοῶν στασιάζῃ τοῖς λογισμοῖς, αὐτὸς προφθάσας φησίν· 〈θεὸν〉 μὲν γυμνὸν καὶ χωρὶς σαρκὸς 〈οὐδεὶς〉 οὐδέποτε 〈ἑώρακεν.〉 εἶτα σὺ δὲ πόθεν μαθὼν λέγεις ταῦτα;
Μετάφραση
Ιωάν. 1, 17 «Η χάρις και η αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο. Η χάρις και η αλήθεια», λέει. Διότι και αυτά του Μωυσή, αν και ήταν χάρη, δόθηκαν όμως με τη μορφή τύπων και σκιάς. Τώρα όμως η χάρη δεν είναι σε τύπο, αλλά είναι η ίδια η χάρη και η ίδια η αλήθεια, γι' αυτό ορθά λέει: «Ο νόμος δόθηκε διά του Μωυσή, η χάρη όμως και η αλήθεια έγινε διά του Ιησού Χριστού». Ιωάν. 1, 18 Επειδή ονόμασε Θεό τον Πατέρα και Θεό τον Υιό, δηλώνοντας το άναρχο αυτών, την ανέκφραστη και ακατάληπτη για τον νου σχέση μεταξύ τους, και ότι «εν αρχή ην ο Λόγος προς τον» Πατέρα, επειδή, λοιπόν, ασχολήθηκε με αυτή την υψηλή και θαυμαστή θεολογία, για να μην πει κάποιος: «Άνθρωπε, είναι μεν υψηλά και θαυμαστά αυτά που λέγεις, αλλά από πού μπόρεσες να τα γνωρίζεις αυτά; Είδες τον Θεό; Αλλά κανείς δεν τον έχει δει. Από πού έμαθες αυτά τα απόρρητα; Ποιος σε δίδαξε;» για να μην αμφιβάλλει κανείς στους λογισμούς του, σκεπτόμενος τέτοια πράγματα, προλαμβάνει ο ίδιος και λέει: «Θεόν» βέβαια γυμνό και χωρίς σάρκα «ουδείς εώρακε πώποτε». Έπειτα, εσύ από πού τα έμαθες και τα λες αυτά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες