Οὐχ αἱ μέν, αἱ δὲ οὔ, ἀλλὰ πᾶσα ψυχὴ λογικὴ δύναται δέχεσθαι τὸ θεῖον φῶς ἄνωθεν ἐπιλάμπον, εἰ μή τις ἑκοῦσα μύει τὰ νοερὰ αὐτῆς ὄμματα τοῦ μὴ βλέπειν αὐτό· τὸ γὰρ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, φησί, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν, οὐ παρὰ τὸ μὴ φαίνειν ἐκεῖνο, ἀλλὰ παρὰ τὸ τὴν προελομένην τὴν σκοτίαν ψυχὴν καὶ οὕτω καὶ αὐτὴν σκοτίαν γενομένην καὶ ὀνομαζομένην μὴ θέλειν καταλαβεῖν αὐτό· ἐκεῖνο γὰρ πάντα, φησίν, ἄνθρωπον φωτίζει ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.
Μετάφραση
Όχι κάποιες μεν, κάποιες δε όχι, αλλά κάθε λογική ψυχή δύναται να δεχθεί το θείο φως που επιλάμπει άνωθεν, εκτός εάν κάποια εκουσίως κλείνει τα νοερά της μάτια για να μην το βλέπει· διότι το φως λάμπει στη σκοτία, λέγει, και η σκοτία δεν το κατέλαβε, όχι επειδή εκείνο δεν λάμπει, αλλά επειδή η ψυχή, η οποία προτίμησε τη σκοτία και έτσι έγινε και η ίδια σκοτία και ονομάζεται σκοτία, δεν θέλει να το καταλάβει. Διότι εκείνο, λέγει, φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες