βʹ. Ἐπεὶ οὖν προσεποιοῦντο τότε ἀπὸ ψιλοῦ πείθεσθαι ῥήματος, οἱ τοσούτοις μὴ πεισθέντες ἔργοις, ἐλέγχει τὴν πονηρίαν αὐτῶν λέγων, ὅτι Εἰ τοῖς ἔργοις οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ῥήμασι πιστεύσετε; Ὥστε περιττὴ ἡ ἐρώτησις. Ἀλλ᾽ εἶπον ὑμῖν, φησὶ, καὶ οὐ πιστεύετέ μοι, ὅτι οὐκ ἐστὲ ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν. Ἐγὼ μὲν γὰρ τὰ παρ᾽ ἐμαυτοῦ πάντα ἐπλήρωσα, ἃ τὸν ποιμένα ποιῆσαι ἐχρῆν· εἰ δὲ μὴ ἀκολουθεῖτέ μοι, οὐκ ἐπειδὴ οὐκ εἰμὶ ποιμὴν, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ὑμεῖς οὐκ ἐστὲ πρόβατα τὰ ἐμά. Τὰ γὰρ πρόβατα τὰ ἐμὰ, φησὶ, τῆς φωνῆς μου ἀκούει, καὶ ἀκολουθεῖ μοι· καὶ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ οὐδεὶς δύναται ταῦτα ἁρπάσαι ἐκ τῆς χειρός μου. Ὅτι ὁ Πατὴρ, ὃς ἔδωκέ μοι, μείζων πάντων ἐστί· καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν αὐτὰ ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ Πατρός μου. Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν. Σκόπει πῶς ἐν τῷ ἀπαγορεύειν προτρέπει εἰς τὴν ἀκολούθησιν αὐτούς. Ὑμεῖς οὐκ ἀκούετέ μου, φησίν· οὐδὲ γάρ ἐστε πρόβατα· οἱ δὲ ἀκολουθοῦντες, οὗτοι τῆς ποίμνης εἰσί. Ταῦτα δὲ ἔλεγεν, ἵνα φιλονεικήσωσι γενέσθαι πρόβατα. Εἶτα εἰπὼν ὧν τεύξονται, παρακνίζει τούτους, ὥστε αὐτοὺς διεγεῖραι καὶ εἰς ἐπιθυμίαν ἐμβαλεῖν. Τί οὖν; εἰ διὰ τὴν δύναμιν τοῦ Πατρὸς οὐδεὶς ἁρπάζει, σὺ δὲ οὐκ ἰσχύεις, ἀλλ᾽ ἀσθενὴς εἶ πρὸς τὴν φυλακήν; Οὐδαμῶς.
Μετάφραση
β΄. Επειδή, λοιπόν, προσποιούνταν τότε ότι θα πείθονταν από έναν απλό λόγο αυτοί που δεν είχαν πεισθεί από τόσα έργα, ελέγχει την πονηρία τους λέγοντας: Αν δεν πιστεύετε στα έργα, πώς θα πιστέψετε στα λόγια; Επομένως, η ερώτηση είναι περιττή. Αλλά σας το είπα, λέγει, και δεν με πιστεύετε, διότι δεν είστε από τα δικά μου πρόβατα. Διότι εγώ, από την πλευρά μου, εκπλήρωσα όλα όσα όφειλε να κάνει ο ποιμένας· εάν όμως εσείς δεν με ακολουθείτε, αυτό δεν συμβαίνει επειδή εγώ δεν είμαι ποιμένας, αλλά επειδή εσείς δεν είστε δικά μου πρόβατα. Διότι τα δικά μου πρόβατα, λέγει, ακούνε τη φωνή μου και με ακολουθούν· και τους δίνω ζωή αιώνια, και δεν πρόκειται να χαθούν ποτέ, και κανείς δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι μου. Διότι ο Πατέρας, ο οποίος μου τα έδωσε, είναι ανώτερος από όλους· και κανείς δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι του Πατέρα μου. Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα. Πρόσεξε πώς, ενώ φαίνεται να τους απορρίπτει, τους προτρέπει στο να τον ακολουθήσουν. Εσείς δεν με ακούτε, λέγει, διότι δεν είστε πρόβατα· αυτοί όμως που με ακολουθούν, αυτοί ανήκουν στο ποίμνιο. Τα έλεγε δε αυτά, για να φιλοτιμηθούν να γίνουν πρόβατα. Έπειτα, αναφέροντας όσα θα αποκτήσουν, τους κεντρίζει, ώστε να τους αφυπνίσει και να τους εμφυσήσει την επιθυμία. Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Μήπως, επειδή χάρη στη δύναμη του Πατέρα κανείς δεν τα αρπάζει, εσύ δεν έχεις τη δύναμη, αλλά είσαι αδύναμος στο να τα προστατεύσεις; Σε καμία περίπτωση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες