Ἔδει δὲ ἀκούοντας μὲν αὐτοὺς, Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν, μίαν ὁρᾷν τὴν θεότητα καὶ τὸ ἴδιον τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός· ἀκούοντας δὲ τὸ, ἔκλαυσε, καὶ τὰ ὅμοια, ταῦτα τοῦ σώματος ἵδια λέγειν, μάλιστα ὅτι ἐν ἑκατέρῳ τούτων ἔχουσι τὴν ἀφορμὴν εὔλογον, ὅτι τὰ μὲν ὡς περὶ Θεοῦ γέγραπται, τὰ δὲ διὰ τὸ ἀνθρώπινον αὐτοῦ σῶμα λέγεται. Οὐδὲ γὰρ ἐν ἀσωμάτῳ τὰ τοῦ σώματος ἂν ἐγεγόνει, εἰ μὴ σῶμα λαβὼν ἦν φθαρτὸν καὶ θνητόν· θνητὴ γὰρ ἦν ἡ ἁγία Μαρία, ἐξ ἧς ἦν καὶ τὸ σῶμα. Διὸ καὶ ἀνάγκη ἐν πάσχοντι σώματι, καὶ κλαίοντι, καὶ κάμνοντι γενομένου αὐτοῦ, αὐτοῦ λέγεσθαι μετὰ τοῦ σώματος καὶ ταῦτα, ἅπερ ἐστὶν ἴδια τῆς σαρκός. Εἴ τε τοίνυν ἔκλαυσε, καὶ ἐταράχθη, οὐκ ἦν ὁ Λόγος, ᾗ Λόγος ἐστὶν, ὁ κλαίων καὶ ταρασσόμενος, ἀλλὰ τῆς σαρκὸς ἴδιον ἦν τοῦτο· εἰ δὲ καὶ παρεκάλεσε παρελθεῖν τὸ ποτήριον, οὐκ ἦν ἡ θεότης ἡ δειλιῶσα, ἀλλὰ τῆς ἀνθρωπότητος ἦν ἴδιον καὶ τοῦτο τὸ πάθος, καὶ τὸ λέγειν· Ἵνα τί με ἐγκατέλιπες; ὡς αὐτοῦ μέντοι πάλιν, κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἰρημένα, καίτοι μηδὲν πάσχοντος, ἀπαθὴς γὰρ ἦν ὁ Λόγος, εἰρήκασιν ὅμως οἱ εὐαγγελισταὶ ταῦτα· ἐπεὶ καὶ ἄνθρωπος γέγονεν ὁ Κύριος, καὶ ὡς παρὰ ἀνθρώπου γίνεται καὶ λέγεται ταῦτα, ἵνα καὶ, ταῦτα τὰ παθήματα τῆς σαρκὸς κουφίσας αὐτὸς, ἐλευθέραν αὐτῶν ταύτην κατασκευάσῃ.
Μετάφραση
Έπρεπε λοιπόν, όταν ακούν το «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα», να διακρίνουν τη μία θεότητα και το γνώρισμα της ουσίας του Πατρός· όταν όμως ακούν το «έκλαψε» και τα παρόμοια, να λένε ότι αυτά αποτελούν γνωρίσματα του σώματος, μάλιστα επειδή για το καθένα από αυτά έχουν την εύλογη αφορμή, ότι δηλαδή τα μεν έχουν γραφτεί για τον Θεό, ενώ τα δε λέγονται εξαιτίας του ανθρώπινου σώματός του. Διότι δεν θα συνέβαιναν στον Ασώματο όσα ανήκουν στο σώμα, εάν δεν είχε λάβει σώμα φθαρτό και θνητό· διότι θνητή ήταν η αγία Μαρία, από την οποία προήλθε και το σώμα. Γι' αυτό και είναι ανάγκη, εφόσον ο ίδιος βρέθηκε σε σώμα που πάσχει, κλαίει και κοπιάζει, να λέγονται γι' αυτόν, μαζί με το σώμα, και αυτά που αποτελούν γνωρίσματα της σάρκας. Εάν λοιπόν έκλαψε και ταράχθηκε, δεν ήταν ο Λόγος, καθόσον είναι Λόγος, αυτός που έκλαιγε και ταρασσόταν, αλλά αυτό ήταν γνώρισμα της σάρκας· και εάν παρακάλεσε να παρέλθει το ποτήριο, δεν ήταν η θεότητα που δείλιασε, αλλά γνώρισμα της ανθρωπότητας ήταν και αυτό το πάθος, καθώς και το να λέει: «Γιατί με εγκατέλειψες;». Ωστόσο, οι ευαγγελιστές τα ανέφεραν αυτά πάλι ως δικά του, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν προηγουμένως, καίτοι δεν έπασχε σε τίποτα, διότι ο Λόγος ήταν απαθής· επειδή ο Κύριος έγινε και άνθρωπος, και αυτά γίνονται και λέγονται ως προερχόμενα από άνθρωπο, προκειμένου ο ίδιος, αφού ελαφρύνει τη σάρκα από αυτά τα πάθη, να την καταστήσει ελεύθερη από αυτά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες